• Ε.ΔΙ.Π.ΚΑ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας φυσικών προσώπων και την προστασία της

ΜΕΡΟΣ Α – ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Άρθρο 1

Υποκειμενικό Πεδίο εφαρμογής

1. Φυσικά πρόσωπα που έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2. Εφόσον ο αιτών έχει πτωχευτική ικανότητα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007, οφείλει, παράλληλα με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να υποβάλει αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3588/2007, η συζήτηση της οποίας αναστέλλεται έως την έκδοση απόφασης επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 5. Για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 5, ο αιτών οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της αίτησης πτώχευσης. Εφόσον επιτευχθεί προδικαστικός συμβιβασμός ή γίνει δεκτή η αίτηση για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση πτώχευσης. Σε αντίθετη περίπτωση, το πτωχευτικό δικαστήριο προχωρά στην εξέταση της αίτησης πτώχευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3588/2007.

3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως σε αιτήσεις πτώχευσης που εκκρεμούν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 5, καθώς και σε αιτήσεις πτώχευσης που υποβάλλονται από πιστωτές του φυσικού προσώπου ή τον εισαγγελέα πρωτοδικών, στο χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 5.

4. Αποκλείονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου φυσικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει δάνεια ή πιστώσεις παρέχοντας παραπλανητικά στοιχεία ή έχουν εμφανώς οργανώσει τη μόνιμη αδυναμία τους, ή, εφόσον πρόκειται για φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, έχουν προκαλέσει δολίως την μόνιμη και γενική αδυναμία τους.

5. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 επιτρέπεται μόνο μία (1) φορά.

6. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 2

Υπαγόμενες οφειλές

1. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων του άρθρου 1 προς τους πάσης φύσεως πιστωτές τους, συμπεριλαμβανομένων ιδίως οφειλών προς όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) και τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ πρώην ΟΕΚ), προς το Ελληνικό Δημόσιο, προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που μεταβιβάσθηκαν ή ανατέθηκε η διαχείριση τους κατά το ν. 4354/2015 ή τιτλοποιήθηκαν κατά το ν. 3156/2003 ή προέκυψαν με υποκατάσταση εγγυητή ή εν γένει συνοφειλέτη σε αυτές εμπίπτουν επίσης στο πεδίο της ρύθμισης του παρόντος νόμου.

2. Στην διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οφειλές της παραγράφου 1 οι οποίες: α) έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και β) βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο, εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.

3. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου δύνανται κατ’ επιλογήν του οφειλέτη να υπαχθούν επίσης οι οφειλές του, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

4. Ο οφειλέτης μπορεί να αιτηθεί τη ρύθμιση οφειλών άλλων ενοχικά υπόχρεων φυσικών προσώπων από οποιαδήποτε αιτία, για τις οποίες έχει παραχωρηθεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στη δική του κύρια κατοικία, προκειμένου αυτή να εξαιρεθεί της ρευστοποίησης κατά το άρθρο 15 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 3

Εξαιρούμενες οφειλές

Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν γεννηθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 5, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής των δικαιούχων προσώπων. Ο περιορισμός του εδαφίου α` στοιχείο α` δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β` της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου.

Άρθρο 4

Αρμόδιο δικαστήριο – Διαδικασία και ένδικα μέσα

1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. Το αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

2. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

3. Για την απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του ν. 3588/2007.

Άρθρο 5

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου

1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα του άρθρου 6. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει: α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και του συζύγου του, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 3, 4, 5 του άρθρου 6, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία πενταετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) το σχέδιο διευθέτησης οφειλών για τη σύναψη συμβιβασμού που περιλαμβάνει όλους τους πιστωτές, ε) το σχέδιο δικαστικής ρύθμισης των οφειλών που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου του, τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και τυχόν την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου. Με την αίτηση ο αιτών συνυποβάλλει, επί ποινή απαραδέκτου αυτής, στη γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου τη βεβαίωση της πλατφόρμας του άρθρου 29 παρ. 3 περί υποβολής της αίτησης της παραγράφου 4 του παρόντος.

2. Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 του αιτούντος για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχόμενου της και των υποβληθέντων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα εγγράφων.

3. Με την παραλαβή της αίτησης, η γραμματεία του Ειρηνοδικείου συντάσσει την πράξη κατάθεσης. Με την κατάθεση της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του αιτούντος στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας όλα τα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν στην αίτησή του.

4. Ο οφειλέτης υποχρεούται πριν την κατάθεση της αίτησης να υποβάλει αίτηση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 26 του παρόντος νόμου, ώστε να πραγματοποιηθεί η ανάκτηση πληροφοριών στην ηλεκτρονική πλατφόρμα κατά τα άρθρα 28 και 29 από τους πιστωτές που έχουν πρόσβαση σε αυτή. Ο αιτών δεν υποχρεούται να καταθέσει στην πλατφόρμα τα δικαιολογητικά του άρθρου 27.

5. Εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, η γραμματεία ελέγχει αν από το Γενικό Αρχείο του άρθρου 23 προκύπτει ότι υποβλήθηκε άλλη αίτηση από τον ίδιο οφειλέτη είτε είναι εκκρεμής είτε όχι. Σε καταφατική περίπτωση η γραμματεία προβαίνει σε σχετική επισημείωση στο φάκελο της αίτησης, η οποία αξιολογείται από το δικαστήριο.

6. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησής του να επιδώσει αντίγραφο αυτής στους πιστωτές, τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές του.

7. Οι πιστωτές, οι συνοφειλέτες και οι εγγυητές γνωστοποιούν στον οφειλέτη, με κάθε πρόσφορο τρόπο και πάντως στην αντίστοιχη ηλεκτρονική διεύθυνση που αναφέρεται στην αίτηση, εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς της αίτησης, την ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία επιθυμούν να ενημερώνονται για ζητήματα που αφορούν την περαιτέρω διαδικασία.

8. Με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 καταργείται κάθε εκκρεμής διαδικασία ή δίκη σχετικά με αίτηση ρύθμισης οφειλών του άρθρου 72 του ν. 4605/2019, του άρθρου 4 του ν. 4469/2017 και του άρθρου 61 του ν. 4307/2014.

Άρθρο 6

Δικαιολογητικά έγγραφα που ακολουθούν την κατάθεση της αίτησης

1. Εντός μηνός από την κατάθεση της αίτησης ο οφειλέτης καταθέτει στην γραμματεία του δικαστηρίου τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α) αντίγραφο του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας,

β) πρόσφατο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης,

γ) Ε1 των τελευταίων τριών (3) ετών,

δ) εκκαθαριστικά σημειώματα των τελευταίων τριών ετών,

ε) τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης ακίνητης περιουσίας (Ε9) του τελευταίου έτους,

στ) την Ενιαία δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ) του τελευταίου φορολογικού έτους,

ζ) τυχόν καταστάσεις μισθοδοσίας ή εκκαθαριστικούς λογαριασμούς συντάξεων ή βεβαίωση ανεργίας του ΟΑΕΔ,

η) τυχόν αντίγραφα αδειών κυκλοφορίας τροχοφόρων,

θ) βεβαιώσεις οφειλών των πιστωτών,

ι) αντίγραφα των δανειακών συμβάσεων,

ια) (τυχόν) καταγγελίες των δανειακών συμβάσεων,

ιβ) τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων της περιουσίας του οφειλέτη,

ιγ) αντίγραφο ποινικού Μητρώου γενικής χρήσης (κατ' άρθρο 575 ΚΠΔ),

ιδ) υπεύθυνη δήλωση για πληρότητα και ορθότητα καταστάσεων περιουσίας και μεταβιβάσεων, για την παροχή άδειας με σκοπό την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α` 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α` 170),

ιε) λοιπά έγγραφα κατά την κρίση του οφειλέτη.

2. Σε περίπτωση έγγαμου αιτούντος, τα παραπάνω έγγραφα, με εξαίρεση τα υπό ε, στ, η, θ, ια, ιβ και ιγ, προσκομίζονται και για τον/την σύζυγο, όπως επίσης και σε περίπτωση ανήλικων τέκνων με περιουσία.

3. Εντός μηνός από την κατάθεση της αίτησης ο οφειλέτης υποβάλλει στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου εκτυπωμένο όλο το υλικό που μεταφορτώθηκε στη ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 26 ως αποτέλεσμα της αίτησης της παραγράφου 4 του άρθρου 5. Εφόσον και στην έκταση που τα δικαιολογητικά των προηγούμενων παραγράφων εμπεριέχονται στο υλικό αυτό, δεν υποχρεούται ο οφειλέτης να τα προσκομίσει ξεχωριστά.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνσή του, αναλυτική κατάσταση των οφειλών του προς αυτά, στην οποία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το ύψος της οφειλής, αναλυόμενο κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο αριθμός και η ημερομηνία σύναψης της δανειακής σύμβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα, το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή.

5. Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της προηγούμενης παραγράφου πρόστιμο που ανέρχεται από πεντακόσια (500) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Οι καταγγελίες για τις παραβάσεις αυτές κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

6. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α` και β` βαθμού (Ο.Τ.Α.), τα νομικά πρόσωπα αυτών και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να παραδώσουν σε αυτόν εντός της ανωτέρω προθεσμίας αναλυτική κατάσταση: α) των βεβαιωμένων οφειλών στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, αναφέροντας και το επιτόκιο εκπρόθεσμης καταβολής, β) των βεβαιωμένων οφειλών προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως περιγράφονται στο άρθρο 2 του παρόντος νόμου, αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, γ) των βεβαιωμένων ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

7. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελληνική Επικράτεια κατά το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια.

Άρθρο 7

Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού

1. Με την κοινοποίηση της αίτησης του άρθρου 5 οι πιστωτές λαμβάνουν γνώση του σχεδίου για προδικαστικό συμβιβασμό.

2. Οι πιστωτές με τις προτάσεις τους που καταθέτουν σύμφωνα με το επόμενο άρθρο δηλώνουν εάν συμφωνούν με το σχέδιο για προδικαστικό συμβιβασμό που προτείνει ο οφειλέτης. Η μη διατύπωση της θέσης του πιστωτή επί του σχεδίου αυτού τεκμαίρεται ως απόρριψη της πρότασης.

3. Σε περίπτωση αποδοχής του σχεδίου του προδικαστικού συμβιβασμού από πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των εμπραγμάτως εξασφαλιζομένων απαιτήσεων, το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης προχωρά αυτεπαγγέλτως στην επικύρωση του σχεδίου προδικαστικού συμβιβασμού, υπό την προϋπόθεση ότι οι μη συναινούντες πιστωτές δεν θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Η απόφαση που θα εκδοθεί δεσμεύει άπαντες τους πιστωτές ακόμη και αυτούς που δεν συναίνεσαν με το σχέδιο.

4. Εφόσον διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επίτευξη προδικαστικού συμβιβασμού, προχωρά στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης ελέγχοντας την ύπαρξη τυχόν αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων για τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

5. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη για ουσιαστικούς λόγους, δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο ενός (1) έτους.

Άρθρο 8

Κατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων – Εκδίκασης αίτησης

1. Μέσα σε εβδομήντα (70) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα καθώς και κάθε άλλο έγγραφο που επικαλούνται με αυτές και δεν έχει προσκομιστεί. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται τα αποδεικτικά επίδοσης της αίτησης, καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους κατά το άρθρο 6.

2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ υποχρεούται να γνωστοποιήσει τουλάχιστον δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στους λοιπούς διαδίκους κλήση που αναφέρει τα στοιχεία της αίτησης που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Η γνωστοποίηση αυτή σε άπαντες τους διαδίκους θα γίνεται μέσω των ηλεκτρονικών διευθύνσεων που έχουν δηλώσει, ο οφειλέτης στην αίτησή του και οι πιστωτές και οι εγγυητές σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 5 του παρόντος.

3. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται μέσα στις επόμενες δέκα (10) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, με την παρέλευση των οποίων κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.

4. Η κατάθεση γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων και των αντικρούσεων.

5. Μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστή, ορίζεται, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου, ο δικαστής για την εκδίκαση της υπόθεσης. Συγχρόνως ορίζεται ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από είκοσι (20) ημέρες από την παρέλευση της αμέσως πιο πάνω δεκαήμερης προθεσμίας. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται.

6. Η απόφαση επί της αίτησης εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη συζήτηση της.

7. Αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας κρίνεται αναγκαία η εξέταση του οφειλέτη για παροχή διευκρινίσεων, με απλή διάταξη του δικαστή της υπόθεσης, διατάσσεται η πρόσκληση σε χρόνο όχι συντομότερο των τριών (3) εργασίμων ημερών και όχι μεγαλύτερο των οκτώ (8) ημερών, για την παροχή διευκρινίσεων του οφειλέτη ενώπιον του ήδη ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή. Σε αυτή την περίπτωση η γραμματεία του δικαστηρίου αναλαμβάνει την κλήτευση των διαδίκων που έχουν καταθέσει προτάσεις με κάθε πρόσφορο μέσο, τηλεφωνικά ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση των διαδίκων. Για την εξέταση αυτή του οφειλέτη δεν τηρούνται πρακτικά. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν κατατίθενται νέες προτάσεις. Οι διάδικοι δύνανται να σχολιάσουν την εξέταση με προφορικές παρατηρήσεις ή με την κατάθεση σημειώματος ενώπιον του δικαστή αυθημερόν.

8. Η δυνατότητα της προηγούμενης παραγράφου παρέχεται και στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δικάζει κατ’ έφεση την υπόθεση.

9. Η κύρια παρέμβαση, συμπληρωματική αίτηση και προσεπίκληση κατατίθενται και επιδίδονται  σε όλους τους διαδίκους το αργότερο πενήντα (50) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου με τελευταία ημέρα κατάθεσης προτάσεων την αντίστοιχη της αίτησης. Μέσα στην προθεσμία κατάθεσης προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα επικαλούμενα με αυτές αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.  Η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και με την κατάθεση προτάσεων.

10. Στη συμπληρωματική αίτηση και προσεπίκληση  περιέχεται νέο σχέδιο διευθέτησης οφειλών για τη σύναψη συμβιβασμού που περιλαμβάνει όλους τους πιστωτές. Παρόμοιο σχέδιο υποβάλλεται από τον αιτούντα επί άσκησης κύριας παρέμβασης  με τις προτάσεις του.

 11. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχουν παραληφθεί πιστωτές στην αίτηση, διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης με κλήτευση των παραλειφθέντων πιστωτών. Η κλήτευση γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης και νέο σχέδιο διευθέτησης οφειλών για τη σύναψη συμβιβασμού που περιλαμβάνει όλους τους πιστωτές. Η  επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό και οι διάδικοι κλητεύονται  δεκαπέντε  (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Προτάσεις κατατίθενται  κατά τη συζήτηση μόνο  από τον παραλειφθέντα πιστωτή. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται από τους διαδίκους κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.  Αν δεν εμφανιστεί διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις, η επαναφορά  τους γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου. Η κατάθεση προσθήκης επί των προτάσεων  γίνεται εντός δύο (2) εργασίμων ημερών, προς αξιολόγηση του νέου σχεδίου,  των αποδείξεων και αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά τη νέα συζήτηση.    

Άρθρο 9

Ματαίωση της συζήτησης

Αν κανένας των διαδίκων δεν λάβει κανονικά μέρος στη δίκη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται. Η πάροδος εξήντα (60) ημερών από τη ματαίωση της συζήτησης χωρίς να κατατεθεί κλήση επαναφοράς με προθεσμία κατάθεσης προτάσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης. Ο οφειλέτης μπορεί να παραιτηθεί από την αίτηση του άρθρου 5 με τις προτάσεις ή κατάθεση δικογράφου παραίτησης και επίδοση στους πιστωτές μέχρι τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Άρθρο 10

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Η κατάθεση της αίτησης του άρθρου 5 εμποδίζει την έναρξη νέας διαδικασίας ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για τρεις (3) μήνες. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση παραίτησης και υποβολής νέας αίτησης.

2. Μετά την κατάθεση της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 5, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση, ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκκινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο, εφόσον αυτό πιθανολογεί: α) την ευδοκίμηση της κύριας αίτησης και β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στα συμφέροντα του αιτούντος.

3. Μετά την κατάθεση της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 5 και εφόσον δεν εκκρεμεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη. Το δικαστήριο διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον πιθανολογεί ότι: α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και β) επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές.

4. Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει ξεκινήσει μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Άρθρο 11

Συνέπειες αίτησης στην τοκογονία

Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους. Αν η αίτηση απορριφθεί για τυπικό λόγο, ή ματαιωθεί η συζήτηση, ή παραιτηθεί του δικογράφου της αίτησης ο οφειλέτης, η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια διατηρείται εφόσον επανυποβληθεί η αίτηση εντός εξαμήνου.

Άρθρο 12

Δικαστική ρύθμιση των χρεών

1. Το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται, υπολογίζοντας και τη δυνατότητα συνεισφοράς στις οικογενειακές δαπάνες του συζύγου, για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου.

2. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Η παραβίαση της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου από δόλο ή βαριά αμέλεια εφόσον είναι ουσιώδης συνιστά παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 19 του παρόντος νόμου.

3. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της παραγράφου 1 ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 8, η κατάθεση των προτάσεων όμως γίνεται σε σαράντα (40) ημέρες, της προσθήκης με τις αντικρούσεις σε πέντε (5) ημέρες και η έκδοση της απόφασης εντός μηνός. Εφόσον ο επαναπροσδιορισμός των μηνιαίων   καταβολών της παρούσας ρύθμισης επιδρά στο ύψος των καταβολών της ρύθμισης της προστασίας της κύριας κατοικίας του άρθρου 15, τροποποιείται αναλόγως και η ρύθμιση αυτή.

4. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.

5. Σε περίπτωση που αμφισβητούμενη απαίτηση, η οποία έχει ενταχθεί στη ρύθμιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης απαίτησης και έχουν από αυτόν αξίωση καταβολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθμιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφισβητούμενη απαίτηση, η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσίδικη απόφαση, ο πιστωτής υποκαθίσταται κατά την αναλογία της απαίτησής του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβολής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθμιση οφειλές. To δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των χρηματικών διανομών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέχρι την επαλήθευσή της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

6. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές.

7. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

8. Αν οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της πρωτοβάθμιας απόφασης υπολείπονται αυτών που ορίζονται με τη δευτεροβάθμια, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει άτοκα το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει το ποσόν που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα που έχει διανυθεί σε δεκαοκτώ (18) μηνιαίες ισόποσες δόσεις από τη λήξη της περιόδου ρύθμισης της παραγράφου 1.

Άρθρο 13

Επίσπευση της απαλλαγής από τις οφειλές

1. Εάν το μέσο μηνιαίο εισόδημα του οφειλέτη των δύο (2) ημερολογιακών ετών που προηγούνται του έτους υποβολής της αίτησης και κατά το έτος υποβολής της αίτησης υπολείπεται ή είναι ίσο εκείνου που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 και με βάση την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση, την ηλικία, το επάγγελμα ή τη σχέση εργασίας και τις ειδικότερες συνθήκες δεν δικαιολογείται για την προσεχή διετία η προσδοκία εισοδήματος που να υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και ο οφειλέτης δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιουσίας την τελευταία πενταετία πριν από την κατάθεση της αίτησης, το δικαστήριο διατάσσει την απαλλαγή του οφειλέτη προς όλους τους πιστωτές μετά το πέρας χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών.

2. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη ακίνητη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται στο σύνολό της απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών και το μηνιαίο του οφειλέτη εισόδημα υπολείπεται ή είναι ίσο αυτού που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12, λαμβανομένων υπόψη και των κριτηρίων του εδαφίου α’ της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο διατάσσει την απαλλαγή του οφειλέτη προς όλους τους πιστωτές μετά το πέρας χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών.

3. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, εάν η ρευστοποίηση περιλαμβάνει και τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη, είτε γιατί δεν αιτήθηκε την εξαίρεσή της είτε γιατί δεν πληροί η κατοικία τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση, και εάν το μηνιαίο εισόδημα του οφειλέτη, λαμβανομένων αναλογικά υπόψη και των κριτηρίων του εδαφίου α’ της προηγούμενης παραγράφου, δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12, προσαυξημένες κατά τριάντα τοις εκατό (30%) το δικαστήριο διατάσσει την απαλλαγή του οφειλέτη προς όλους τους πιστωτές μετά το πέρας χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών.

Άρθρο 14

Διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας

1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών ορίζεται Διαχειριστής Αφερεγγυότητας από το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας του π.δ. 133/2016 ο οποίος ασκεί καθήκοντα εκκαθαριστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Ως εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων, εφόσον αυτό διαθέτει άδεια Διαχειριστή Αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το π.δ. 133/2016. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της και η διανομή του προϊόντος της εκποίησης στους πιστωτές.

2. Οι διατάξεις του ν. 3588/2007 περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3. Από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ.

4. Σε περίπτωση που το δικαστήριο ορίσει εκκαθαριστή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλλει στον εκκαθαριστή εντός μηνός από τότε που αυτός θα του ζητήσει το ποσόν των διακοσίων (200) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της εκκαθάρισης. Η παραβίαση της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου, από την κατάθεση της σχετικής δήλωσης του εκκαθαριστή στη γραμματεία του δικαστηρίου συνεπάγεται αντίστοιχη επιμήκυνση της περιόδου ρύθμισης του άρθρου 12. Το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την καταβολή από πιστωτή ή πιστωτές των οποίων η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους προσδοκάται από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη να καταβάλλουν ομοίως ο καθένας στον εκκαθαριστή ποσόν που δεν θα υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ για την κάλυψη αντίστοιχων εξόδων. Ο εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Τα ποσά που καταβάλλονται, κατ’ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, επιστρέφονται σε όσους τα κατέβαλλαν, και αφού καλυφθούν τα λοιπά έξοδα της ρευστοποίησης, από τα έσοδα της ρευστοποίησης της περιουσίας.

Άρθρο 15

Προστασία κύριας κατοικίας

1. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει με την αίτηση του άρθρου 5 στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ ανά τέκνο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των πιστωτών μέχρι το συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ύψος της αξίας ρευστοποίησης του ακινήτου της κύριας κατοικίας στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης του προηγούμενου άρθρου, έτσι ώστε οι πιστωτές του να μην βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχε αιτηθεί την εξαίρεση. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο, τότε οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, ισχύει, και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών.

2. Η εξυπηρέτηση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, γίνεται με επιτόκιο που ανέρχεται στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον περιθωρίου 1,20 ποσοστιαίων μονάδων ή το μέσο περιθώριο που προκύπτει με βάση το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση και όποιο από τα δύο είναι ευμενέστερο για τον οφειλέτη. Το δικαστήριο δύναται να ορίσει σταθερό επιτόκιο δύο (2) ποσοστιαίων μονάδων για την πρώτη πενταετία. Η περίοδος της ρύθμισης της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του παρόντος άρθρου καθορίζεται αφού ληφθούν υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής, η οικονομική δυνατότητα και η ηλικία του οφειλέτη καθώς και τα εύλογα συμφέροντα των πιστωτών, δύναται όμως να φθάσει έως τα τριάντα πέντε (35) έτη, προκειμένου, με βάση το εισόδημα του οφειλέτη, να διασφαλίζεται η πλήρη τοκοχρεολυτική αποπληρωμή του ποσού. Οι πιστωτές δύνανται, μετά από μία πενταετία κάθε φορά, να αιτούνται τη σύντμηση της περιόδου αποπληρωμής αν αυτό δικαιολογείται με βάση το εισόδημα του οφειλέτη, κατά τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 12. Αντίστοιχα, ο οφειλέτης δύνανται να αιτείται την επιμήκυνση της περιόδου ρύθμισης μέχρι το ανώτατο όριο, εφόσον το εισόδημά του μειώθηκε και αδυνατεί να ανταποκριθεί στη ρύθμιση.

3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η προσημείωση υποθήκης εξομοιώνεται με την υποθήκη και κατατάσσεται με βάση τη χρονική της προτεραιότητας. Εφόσον το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης ως προς την κατάταξη των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής.

4. Κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 1 του άρθρου 12 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό των καταβολών των δύο (2) ρυθμίσεων και, εφόσον το ποσό της ρύθμισης αυτής είναι μεγαλύτερο αυτού που καλείται να καταβάλει εντόκως ο οφειλέτης στο πλαίσιο της ρύθμισης για την προστασία κύριας κατοικίας, το ποσό της ρύθμισης του άρθρου 12 περιορίζεται σε αυτό της διαφοράς. Σε κάθε άλλη περίπτωση η ρύθμιση του άρθρου 12 ισχύει ως τέτοια μηδενικών καταβολών και ο οφειλέτης της υποχρεούται στις καταβολές της ρύθμισης για την προστασία της κύριας κατοικίας.

5. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της οφειλής, την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δύναται να ορίσει για την πρώτη τριετία εξυπηρέτησης του σχεδίου διευθέτησης οφειλής του παρόντος άρθρου, την καταβολή τμήματος της προκύπτουσας μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα υπολείπεται του ποσού των τόκων.

6. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου για την εξυπηρέτηση του σχεδίου διευθέτησης, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παραγράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων (4) διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, έτσι ώστε το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’ αυτών.

7. Για την εφαρμογή του εδαφίου α’ της παραγράφου 1, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει να προσκομίσει με την κατάθεση της αίτησης έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, ο οποίος περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Αν το δικαστήριο δεν εξαιρέσει την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση, τότε για δύο (2) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης η τιμή πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό της δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1. Αν σε δύο διαδοχικούς πλειστηριασμούς, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το όριο αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, δεν γίνει κατακύρωση, τότε ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει μεταρρύθμιση της απόφασης για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, προκειμένου να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του εδαφίου α’ της παραγράφου 1. Στη δίκη της αίτησης μεταρρύθμισης τεκμαίρεται αμάχητα ότι η εμπορική αξία της κατοικίας είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κατά τη παράγραφο 1.

8. Η απόφαση που εξαιρεί από την εκποίηση το ακίνητο της κύριας κατοικίας είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της.

9. Την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μπορούν να αιτηθούν με τις προτάσεις τους και οφειλέτες που έχουν υποβάλλει αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010 και η αίτησή τους δεν έχει συζητηθεί σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 16

Προϋποθέσεις συνεισφοράς του Ελληνικού Δημοσίου

1. Στην περίπτωση που το εισόδημα του οφειλέτη υπολείπεται ή είναι ίσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές ορίζονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 12 και η αξία της κατοικίας δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα (2/3) της αξίας που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 15, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη ολική ή μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 15, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές. Η απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνει τη δυνατότητα αυτή στον οφειλέτη. Μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει την αίτηση αυτής της παραγράφου για λογαριασμό του οφειλέτη, ενημερώνοντάς τον εγγράφως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή της συνεισφοράς για την ολοκλήρωση της δόσης που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση. Με την υποβολή της αίτησης το Δημόσιο αποκτά πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα της πλατφόρμας του άρθρου 26 και έχει πρόσβαση ή απαιτεί σε όλα τα έγγραφα του φακέλου ή της δικογραφίας της αίτησης του άρθρου 5.

2. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 15 δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη. Οι προϋποθέσεις και το ποσόν συνεισφοράς του Δημοσίου επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως κάθε έτος. Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εγκαίρως τη συνεισφορά του, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.). Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ο οφειλέτης εκπέσει ή δεν ευοδωθεί η απαλλαγή του κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο με το νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 τα ποσά που αυτό κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη. Καθυστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.

3. Ο οφειλέτης, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις για την ένταξη στον εκάστοτε ισχύοντα νόμο περί επιδότησης ενοικίου, μπορεί να υποβάλλει αίτηση επιδότησης με τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού, λογιζομένης της μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσης ως του αντίστοιχου ενοικίου.

Άρθρο 17

Αντικατάσταση κύριας κατοικίας

1. Οφειλέτης, του οποίου το ακίνητο της κύριας κατοικίας υπερβαίνει την αντικειμενική αξία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 και δεν εξαιρείται από τη ρευστοποίηση, μπορεί να αιτηθεί με την αίτηση του άρθρου 5 τη ρευστοποίηση του ακινήτου αυτού, με σκοπό την αγορά άλλου ακινήτου της επιλογής του που θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία και δεν θα υπερβαίνει την παραπάνω αντικειμενική αξία. Τη δυνατότητα αυτή έχει και ο οφειλέτης του οποίου η κατοικία εμπίπτει στα προστατευόμενα όρια, πλην όμως επιθυμεί την αναπλήρωσή της από άλλη χαμηλότερης αξίας κατοικίας.

2. Το δικαστήριο αναθέτει στον εκκαθαριστή την εκποίηση της κατοικίας του οφειλέτη και σε περίπτωση ελεύθερης πώλησης ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει αγοραστή που προσφέρει υψηλότερο τίμημα. Ο οφειλέτης μέχρι και τρεις (3) μήνες μετά την εκποίηση της κατοικίας υποδεικνύει, με τη συνδρομή και του εκκαθαριστή, ακίνητο του οποίου η αξία δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο που προκύπτει για τον ίδιο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 15. Το τίμημα της αγοράς καταβάλλεται με επιμέλεια του εκκαθαριστή. Από το τίμημα της πώλησης του αρχικού ακινήτου καλύπτονται και τα έξοδα αγοράς του νέου ακινήτου. Στο νέο ακίνητο μεταφέρονται κατά την ίδια σειρά τα βάρη του ακινήτου της προηγούμενης κατοικίας του. Η αγορά του νέου ακινήτου πραγματοποιείται μόνον εφόσον διασφαλίζεται ότι περιέρχεται στους πιστωτές για την ικανοποίηση απαιτήσεών τους τουλάχιστον ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του τιμήματος εκποίησης του πρώτου ακινήτου ή στην περίπτωση του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 είκοσι τοις εκατό (20%) του τιμήματος εκποίησης του πρώτου ακινήτου.

3. Η ρύθμιση της οφειλής γίνεται στο ποσόν αγοράς του νέου ακινήτου που θα χρησιμεύσει ως νέα κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Για τους όρους ρύθμισης και τις καταβολές εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15.

Άρθρο 18

Προστασία αγρών

1.Ο οφειλέτης, ο οποίος είναι αγρότης στο επάγγελμα, μπορεί να υποβάλλει πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθούν από την εκποίηση, βεβαρημένοι ή μη με εμπράγματη εξασφάλιση, αγροί, τους οποίους χρησιμοποιεί για την άσκηση του επαγγέλματός του και σε έκταση τέτοια που θα επιτρέπει σε αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, να καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο. Η εξαιρετέα έκταση αγρών καθορίζεται από το δικαστήριο αφού ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες καλλιέργειας και αποδοτικότητας της γεωγραφικής περιοχής.

2.Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των πιστωτών μέχρι το συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ύψος της αξίας ρευστοποίησης των αγρών στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης του άρθρου 14. Για τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας και του ποσού προς αποπληρωμή, το επιτόκιο της ρύθμισης και τις απαιτήσεις των πιστωτών που ικανοποιούνται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 15.

Άρθρο 19

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης του άρθρου 5 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχουν παρέλθει έξι (6) μήνες από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 12 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί.

2. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο (2) έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο (2) ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωση του, είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης.

3. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματα του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.

Άρθρο 20

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή του άρθρου 12 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 ή του άρθρου 18, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους.

2. Στις περιπτώσεις του άρθρου 13, η απαλλαγή από τα υπόλοιπα των οφειλών διατάσσεται με την απόφαση του δικαστηρίου που εκδικάζει την αίτηση του άρθρου 5.

3. Στην περίπτωση που οι καταβολές που έχουν οριστεί σε εφαρμογή του άρθρου 12 είναι μηδενικές, προκειμένου να καλύπτονται οι αναγκαίες καταβολές για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας, η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1, επέρχεται με την τήρηση των καταβολών την πρώτη τριετία της ρύθμισης του άρθρου 15.

4. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 8, με τη σύντμηση των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 12. Με τις προτάσεις του ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει άπαντα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαλλαγή του. Κάθε θιγόμενος πιστωτήςμπορεί να ζητήσει κατά την ίδια διαδικασία από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στον οφειλέτη και του υπόλοιπους πιστωτές την πιστοποίηση της μη απαλλαγής του οφειλέτη.

5. Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη ρύθμιση έναντι όλων των πιστωτών από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στο φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την ανατροπή της έκπτωσής του αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 21

Συνέπειες έναντι εγγυητών και συνοφειλετών

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται.

2. Κατά το μέρος που οι απαιτήσεις πιστωτών ικανοποιούνται από τις ρυθμίσεις οφειλών που προκύπτουν στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, οι πιστωτές δεν μπορούν να στραφούν κατά των εγγυητών για την ικανοποίηση του μέρους αυτών των απαιτήσεων, οι εγγυητές όμως ευθύνονται απέναντι στους πιστωτές και για την τήρηση της ρύθμισης που αναφέρεται στις απαιτήσεις αυτές. Οι εγγυητές απαλλάσσονται από την τοκοφορία του μέρους αυτών των απαιτήσεων εφόσον υπερβαίνει αυτή της ρύθμισης.

3. Για τους συνοφειλέτες ή εγγυητές η οφειλή δεν καθίσταται ληξιπρόθεσμη από μόνη την υποβολή της αίτησης του άρθρου 5 από τον οφειλέτη ή την υπαγωγή αυτής σε ρύθμιση, σύμφωνα με τα άρθρα 12 έως 18. Σε περίπτωση που η αίτηση του οφειλέτη γίνει δεκτή, οι εγγυητές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη ρύθμιση της οφειλής, με τους ίδιους συμβατικούς όρους, στο εναπομένον χρονικό διάστημα που προβλέπει η σύμβαση, προσαυξημένο κατά τουλάχιστον τρία (3) έτη.

4. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή. Όμως, αν ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την άρθρο 20 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης των άρθρων 12 έως 18, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση.

Άρθρο 22

Θάνατος του οφειλέτη

1. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει όσο η αίτηση του άρθρου 5 είναι εκκρεμής, η δίκη καταργείται.

2. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την απαλλαγή του κατά το άρθρο 20 οι οφειλές ανέρχονται στο ύψος στο οποίο ρυθμίσθηκαν, μειωμένες κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον κληρονομούμενο. Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά το άρθρο 11 δεν ανατρέπονται για το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη.

3. Αν κατά τη διάρκεια της ρύθμισης για την προστασία της κύριας κατοικίας αποβιώσει ο οφειλέτης και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 15 απαλλαγής του, στη θέση του για την ολοκλήρωση της ρύθμισης υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του.

Άρθρο 23

Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων

1. Στη γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφαβητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 5, στο οποίο εγγράφονται τα ονόματα των αιτούντων, η πορεία των αιτήσεων τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο, στο οποίο καταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώρα. Από το αρχείο διαγράφονται ένα (1) έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται για αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε συμβιβασμό σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος.

2. Ο γραμματέας κάθε Ειρηνοδικείου της Επικράτειας με πρόσβαση στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, αποκτά αυτοδικαίως πρόσβαση και στο ως άνω αρχείο για τους σκοπούς του νόμου.

3. Πρόσβαση σε πληροφορίες του αρχείου μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.

4. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος, το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί αίτηση για τον οφειλέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.

Άρθρο 24

Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων

1.Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της 20.

2.Απαγορεύεται κάθε δυσμενής διάκριση του οφειλέτη στην παροχή των τραπεζικών υπηρεσιών ή την πρόσβαση σε αυτές εξαιτίας της υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 25

Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000. Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

ΜΕΡΟΣ Β – ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Άρθρο 26

Υποβολή αίτησης εξώδικης διευθέτησης

1. Στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Γ.Π.Σ.) σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) αναπτύσσεται ψηφιακή πλατφόρμα για ηλεκτρονική υποβολή και διαχείριση αιτήσεων εξώδικης διευθέτησης οφειλών. Η πλατφόρμα φιλοξενείται και λειτουργεί στις υποδομές της Γ.Γ.Π.Σ. Στην πλατφόρμα παρέχεται πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.

2. Φυσικά πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε πρόσκαιρη ή μόνιμη αδυναμία να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις τους από δάνεια ή πιστώσεις που έχουν λάβει από πιστωτικά ιδρύματα ή εταιρίες παροχής πιστώσεων, ανεξαρτήτως της περαιτέρω εκχώρησης αυτών, δύναται να υποβάλλουν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της παραγράφου 1 αίτηση με τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα για την επιδίωξη εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών με έναν ή περισσότερους πιστωτές που μπορούν να έχουν πρόσβαση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

3. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) Πλήρη στοιχεία του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, διεύθυνση οικίας και εργασίας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας, αν είναι επιτηδευματίες, τηλέφωνο, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), β) Κατάλογο των πιστωτών, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, και τους συνοφειλέτες και εγγυητές που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή, γ) Παροχή της άδειας στους συμμετέχοντες πιστωτές, στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης για πρόσβαση, επεξεργασία και διασταύρωση των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της συνολικής διαδικασίας.

4. Η άδεια της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013. Η άρση του τραπεζικού απορρήτου του προηγούμενου εδαφίου αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και εκτείνεται σε όλη τη χρονική διάρκεια της ρύθμισης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη. Η άρση του φορολογικού απορρήτου αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και εκτείνεται σε όλη τη χρονική διάρκεια της ρύθμισης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη.

Άρθρο 27

Δικαιολογητικά κατάθεσης της αίτησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα

Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αφορούν στην οικογενειακή κατάσταση, στην περιουσία του οφειλέτη και τα εισοδήματα του ιδίου, του συζύγου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του:

α) αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας

β) Πρόσφατο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.

γ)Αποδεικτικά πάσης φύσης εισοδημάτων του ίδιου, του συζύγου του και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (βεβαιώσεις αποδοχών, συντάξεων, μισθώματα, μερίσματα κλπ).

δ) Αποδεικτικά καταθέσεων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων (μέσα χρηματαγοράς κατά την παρ. 17 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, κινητές αξίες κατά την παρ. 44 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και εξαγοράσιμα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής), πολύτιμων μετάλλων (νομίσματα, ράβδοι) κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αιτούντος, συζύγου και εξαρτώμενων μελών.

ε) Αντίγραφα αδειών κυκλοφορίας τροχοφόρων

στ) Τεχνική έκθεση διαπιστευμένου εκτιμητή για την εμπορική   αξία της εν γένει ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

ζ) Τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων της περιουσίας του οφειλέτη

η) Αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου ή πιστοποιητικό από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο για την ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, τα βάρη και λοιπές   εξασφαλίσεις (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο), που είναι εγγεγραμμένα.

θ) σε περίπτωση προηγούμενης άσκησης εμπορικής δραστηριότητας βεβαίωση διακοπής εργασιών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

ι) Αποδεικτικά οφειλών προς ιδιώτες (πλην πιστωτικών ιδρυμάτων).

ια) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Ο.Τ.Α. α΄και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών.

ιβ) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

ιγ) Επί αμφισβήτησης οφειλής προς το Δημόσιο κλπ με προσφυγή σε αρμόδιο διοικητικό όργανο ή δικαστήριο, προσκόμιση αποδεικτικού παραίτησης από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου.

ιδ) Οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, τα οποία θεωρεί σημαντικά (απόφαση διαζυγίου, απόφαση ή έγγραφη συμφωνία για επιμέλεια τέκνων και διατροφή, αποδεικτικά διάστασης με σύζυγο κλπ).

Άρθρο 28

Ανάκτηση πληροφοριών στην ηλεκτρονική πλατφόρμα από τη βάση της ΑΑΔΕ και του ΕΦΚΑ

1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τη βάση δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης και του ΕΦΚΑ:

α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1) και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα των τριών τελευταίων ετών,

β) κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική – αγροτική κλπ δραστηριότητα (Ε3) του τελευταίου έτους.

γ) δήλωση στοιχείων ακινήτων της τελευταίας πενταετίας (Ε9) του τελευταίου έτους,

δ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

στ) κινητά περιουσιακά στοιχεία (αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία, σκάφη) του αιτούντος, που αναφέρονται στο έντυπο Ε1 του τελευταίου φορολογικού έτους.

ζ) οι βεβαιωμένες οφειλές στη φορολογική διοίκηση σύμφωνα με τον Κ.Φ.Δ. και τον Κ.Ε.Δ.Ε. αναλυόμενες κατά κεφάλαιο, προσαυξήσεις και πρόστιμα.

η) οι βεβαιωμένες οφειλές από τον Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης αναλυόμενες κατά κεφάλαιο, προσαυξήσεις και πρόστιμα.

2. Τα έγγραφα της παρούσας παραγράφου αντλούνται αυτόματα εκκινώντας από την τελευταία διαθέσιμη έκδοσή τους, εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών η αυτόματη άντληση των εγγράφων, εκκινεί από την τελευταία έκδοση για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής.

3. Αν τα δικαιολογητικά της παρούσας παραγράφου δεν ανακτηθούν αυτόματα από τις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων για οποιονδήποτε λόγο, τότε υποβάλλονται με σχετική προσθήκη από τον οφειλέτη.  

Άρθρο 29

Ανάκτηση πληροφοριών στην ηλεκτρονική πλατφόρμα από τα πιστωτικά ιδρύματα

1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τα πιστωτικά ιδρύματα:

α) στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, την ημερομηνία, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα, και τους συνοφειλέτες και εγγυητές που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή,

β) στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις από επιχειρηματικές οφειλές κατά το χρόνο που αυτές ήταν ενήμερες, με τα οποία να προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα,

γ) στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα του τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους,

δ) δανεικές συμβάσεις με τις τυχόν καταγγελίες τους.

ε) εκτίμηση από την καταχώρηση στα βιβλία τους της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας, καθώς και οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη επιθυμούν κατά την 31η Δεκεμβρίου του τελευταίου έτους, πριν την υποβολή της αίτησης και

στ) εκχωρήσεις απαιτήσεων σε τρίτους, τα στοιχεία των εκδοχέων που δεν έχουν κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια, των αντικλήτων τους ή των διαχειριστών τους στην Ελληνική Επικράτεια.

Αν τα δικαιολογητικά της παρούσας παραγράφου δεν ανακτηθούν αυτόματα από τις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων για οποιονδήποτε λόγο, τότε υποβάλλονται με σχετική προσθήκη από τους πιστωτές εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης του οφειλέτη. Μέσα στην ίδια προθεσμία οφείλουν οι πιστωτές να δηλώσουν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα την ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας για τον οφειλέτη.

2. Αν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα της αίτησης, τα οποία δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μπορεί η αίτηση να διαγραφεί και ταυτόχρονα να επανυποβληθεί.

3. Μόλις υποβληθεί η αίτηση, η πλατφόρμα, με ειδική ένδειξη, ενημερώνει τον αιτούντα για την υποβολή της και εκδίδεται σχετική βεβαίωση, με το πλήρες περιεχόμενο της υποβληθείσας αίτησης και των συνημμένων σε αυτή δικαιολογητικών.

Άρθρο 30

Διαδικασία διευθέτησης οφειλών

1. Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) καταχωρεί στην πλατφόρμα προς συνυπολογισμό στην επεξεργασία των αιτήσεων το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, του συζύγου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013.

2. Κατόπιν της επεξεργασίας των συνολικών στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα εμφανίζεται ένδειξη ως προς αν πράγματι ο οφειλέτης βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής. Εντός δεκαπέντε (15) ημερών οι πιστωτές υποχρεούνται να αναρτήσουν τη θέση τους αν αποδέχονται ή όχι την ένδειξη της ηλεκτρονικής πλατφόρμας σε περίπτωση ένδειξης με αδυναμία πληρωμής, ο δε οφειλέτης σε περίπτωση ένδειξης περί μη αδυναμίας οφειλής.

3. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου πιστωτές που δεν αποδέχονται την ένδειξη περί αδυναμίας πληρωμής υποχρεούνται να παραθέσουν εμπεριστατωμένη αιτιολογία της θέσης τους, αναρτώντας και τα έγγραφα που τη θεμελιώνουν.

4. Οφειλέτης που δεν αποδέχεται την ένδειξη περί μη αδυναμίας οφείλει να αιτιολογήσει τη θέση του εντός 15 ημερών, αναρτώντας στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και οποιοδήποτε έγγραφο αιτιολογεί ή αποδεικνύει την αδυναμία του. Στην περίπτωση αυτή οι πιστωτές απαντούν εντός δεκαπέντε (15) ημερών αν αποδέχονται αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη.

5. Στην περίπτωση της αποδοχής της ένδειξης αδυναμίας οι πιστωτές αξιοποιούν όλα τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία για τον οφειλέτη, ιδίως τα εισοδήματα του ίδιου και της οικογένειάς του καθώς και τις υποχρεώσεις του, όπως αποδεικνύονται από την ανάκτηση των δεδομένων του ή άλλα έγγραφα που αναρτώνται, προκειμένου να υποβάλλουν κατάλληλη πρόταση αντιμετώπιση της αδυναμίας. Οι πιστωτές δύναται να απαιτήσουν από τον οφειλέτη να παράσχει πρόσθετα δικαιολογητικά σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών προκειμένου να είναι σε θέση να διατυπώσουν την πρόταση αντιμετώπισης της αδυναμίας πληρωμής.

6. Η πρόταση κατάλληλης ρύθμισης των πιστωτών προς τον οφειλέτη στηρίζεται στις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013 της Τράπεζας της Ελλάδος και αξιοποιεί τους ενδεικτικούς τύπους ρύθμισης που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ αυτού.

7. Η πρόταση κατάλληλης ρύθμισης υποβάλλεται από τους πιστωτές το αργότερο εντός μηνός από την αποδοχή της αδυναμίας ή την παρέλευση της προθεσμίας για την προσκόμιση των πρόσθετων δικαιολογητικών.

8. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης αποδέχεται την πρόταση ρύθμισης του πιστωτή αναρτά την αποδοχή της στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και, έρχεται πλέον, σε επικοινωνία με τον πιστωτή για τη σύναψη της πράξης ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία του παρόντος μέρους με τους λοιπούς πιστωτές.

9. Ο οφειλέτης ορίζει διαμεσολαβητή, ο οποίος και αποκτά πρόσβαση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και μπορεί να υποβάλλει σχετικές προτάσεις ρύθμισης ή συνολικό σχέδιο διευθέτησης για τους πιστωτές από τους οποίους δεν υποβλήθηκε πρόταση ή δεν υποβλήθηκε πρόταση που να έγινε δεκτή από τον οφειλέτη. Ο οφειλέτης και οι πιστωτές υποχρεούνται να απαντούν εντός δέκα (10) ημερών σε κάθε πρόταση ρύθμισης της οφειλής. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να έρχεται σε απευθείας επικοινωνία με τα μέρη προκειμένου να προετοιμάζει κατάλληλη πρόταση ρύθμισης. Ο οφειλέτης μπορεί και στο στάδιο αυτό να αποδέχεται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, πρόταση ρύθμισης και να συνεχίζει τη διαπραγμάτευση με τους υπόλοιπους πιστωτές.

10. Η διαδικασία διαπραγμάτευσης, στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ολοκληρώνεται σε τέσσερις (4) μήνες από την αποδοχή της αδυναμίας πληρωμής.

11. Πιστωτές που αρνούνται να συμμετάσχουν ή προβάλλουν αιτιολογία προδήλως αβάσιμη για τη μη αποδοχή κατάστασης ρύθμισης δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καταγγελία της σύμβασης ή να εκκινήσουν ή να συνεχίσουν αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε μετά την υποβολή της αίτησης ή να απαιτήσουν τόκους υπερημερίας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.

Άρθρο 31

Σύσταση Επιτροπών Διευθέτησης Οφειλών

1. Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) συστήνει για κάθε Περιφερειακή Ενότητα Επιτροπές Διευθέτησης Οφειλών, οι οποίες αποτελούνται:

α) από εξειδικευμένο στέλεχος της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) ή του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή του Διαμεσολαβητή Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών ή Δικηγόρου ή του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ως Πρόεδρο.

β) από έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και

γ) έναν εκπρόσωπο πιστοποιημένης ένωσης καταναλωτών ή ένωσης δανειοληπτών ή της Ομοσπονδίας αυτών.

Τα μέλη προτείνονται από την Διοίκηση του αντίστοιχου φορέα, μετά από αίτημα του Ειδικού Γραμματέα Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.). Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) δύναται να συστήσει σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα, όπου ο αριθμός υποθέσεων ή οι ειδικές συνθήκες το απαιτούν, περισσότερες Επιτροπές. Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται μία ή περισσότερες φορές

2. Στην Επιτροπή μπορεί να προσφύγει κάθε οφειλέτης ζητώντας τη διευθέτηση οφειλής που δεν ρυθμίστηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες του προηγούμενου άρθρου.

3. Οι υποθέσεις συζητούνται, κατά τη σειρά που ορίζει ο πρόεδρος, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης ή την παραπομπή τους, μετά από πρόσκληση των ενδιαφερομένων πριν από πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες. Οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παρατείνονται, με απόφαση του προέδρου της Επιτροπής, μέχρι πέντε (5) ημέρες, εφόσον συντρέχουν, προς τούτο, ειδικοί λόγοι. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής συμμετέχει και ο διαμεσολαβητής.

4. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ρυθμίζονται τα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία, τη διαδικασία, τη συνεδρίαση και τη γραμματειακή υποστήριξη των Επιτροπών.

5. Η Επιτροπή αποφαίνεται αν η άρνηση του πιστωτή ή των πιστωτών για τη διευθέτηση της οφειλής είναι αιτιολογημένη και υποδεικνύει σε περίπτωση που κρίνει, με βάση τις Αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013 και της καλής πίστης, αναγκαία πρόταση ρύθμισης προς τα μέρη για τη διευθέτηση των οφειλών. Ο οφειλέτης και οι πιστωτές ενημερώνουν εντός είκοσι (20) ημερών από τη γνωστοποίηση της υπόδειξης της Επιτροπής αν αποδέχονται την πρόταση ρύθμισης.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ - ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 32

Δικαίωμα προαίρεσης του οφειλέτη στην αγορά του δανείου

Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015 προστίθεται παράγραφοι 2α έως 2δ που έχουν ως ακολούθως:

«2α. Πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται τέσσερις (4) μήνες πριν τη μεταβίβαση απαιτήσεών τους σε Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ) να απευθύνουν έγγραφη πρόσκληση προς τον οφειλέτη να προβεί ο ίδιος στην αγορά του δανείου σε ποσόν το οποίο δεν υπερβαίνει

α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%) το ποσόν στο οποίο θα μεταβιβαστεί το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσόν αυτό υπερβαίνει το εξήντα τοις εκατό (60%) της οφειλής,

β) κατά σαράντα τοις εκατό (40%) το ποσόν στο οποίο μεταβιβάζεται το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσόν αυτό υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) της οφειλής,

γ) κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) το ποσόν στο οποίο μεταβιβάζεται το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσόν αυτό είναι κατώτερο της οφειλής του προηγούμενου εδαφίου.

Το ποσό αγοράς των περιπτώσεων β και γ δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό αγοράς που θα προέκυπτε αντίστοιχα από την εφαρμογή των ποσοστών υπέρβασης των περιπτώσεων α και β. Με την έγγραφη πρόσκληση το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θέτει προθεσμία σαράντα (40) ημερών στον οφειλέτη να απαντήσει εγγράφως αν θα ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης στην αγορά του δανείου, προκαταβάλλοντας το είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού στο οποίο διαμορφώνεται η οφειλή του. Ο οφειλέτης υποχρεούται να αποπληρώσει το υπόλοιπο της οφειλής πριν την πάροδο έξι (6) μηνών από την αποστολή σε αυτόν της έγγραφης πρόσκλησης, εκτός αν συμφωνήσει με το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, άλλη διάρκεια ή τρόπο αποπληρωμής. Σε περίπτωση μη αποπληρωμής χάνει το δικαίωμα προτίμησης και η προκαταβολή πιστώνεται σε αποπληρωμή της αρχικής οφειλής».

Άρθρο 33

Ισομερής κατανομή του συναλλαγματικού κινδύνου στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο

1. Στην περίπτωση στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων σε ελβετικό φράγκο που έχουν χορηγηθεί κατά τη χρονική περίοδο 2006 έως 2009, αν η συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου είναι χαμηλότερη σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) αυτής που ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, η συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται εφεξής για την αποπληρωμή των κάθε μορφής δόσεων ή κεφαλαίου είναι η μέση τιμή που προκύπτει ανάμεσα στις ανωτέρω δύο τιμές.

2. Σε περίπτωση που η μέση τιμή της προηγούμενης παραγράφου είναι μεγαλύτερη της τιμής που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, μειωμένης κατά 10%, τότε εφαρμόζεται η τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία.

3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν ή περιορίζουν αξιώσεις ή δικαιώματα των δανειοληπτών από τη σύναψη των συμβάσεων δανείου σε ελβετικό φράγκο.

Recent Posts

See All

Αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας φυσικών προσώπων και την προστασία της κύριας κατοικίας

Αιτιολογική έκθεση στην πρόταση σχεδίου νόμου για «την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας φυσικών προσώπων και την προστασία της κύριας κατοικίας» ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.Σκοπός της ρύθμισης της ατομικής πτώχε

 

Τ. +30 210 364 5528

Μασσαλίας 14, Αθήνα, 106 80

  • Facebook

©2020 by ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ.