• Ε.ΔΙ.Π.ΚΑ

632/2019 ΑΠ

Updated: Oct 13

Απόφαση 632 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 4ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 27-7-2017 (αρ. κατ. 38/2017) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας απευθύνεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης - αιτούσας την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 και κατά των λοιπών 2ης έως 5ης αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, παραδεκτά, ως αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσείουσας τράπεζας, λόγω της φύσης της υπόθεσης που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ Ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 90/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην των τότε 2ης και 5ης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ... και ... και ήδη 2η και 5η αναιρεσίβλητες. Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των τότε 2ης και 5ης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία ... ΑΕ και ... και ήδη 2η και 5η αναιρεσίβλητες, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2α αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 16-9-2016 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, (οι οποίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τις ανωτέρω 2η και 5η αναιρεσίβλητες και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτές. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 19, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών. Εξάλλου, από την υπ' αρ. …..62Γ'/19-7-2018 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τρίπολης, Ι. Μ. - Κ. και τις υπ' αρ. ….57, …60 και ….54/29-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σ. Β., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Γ. Κ., πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 126 παρ. 1α' για την 1η αναιρεσίβλητη και για τις λοιπές 2η, 3η και 5η αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες κατ' άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1η, 2η, 3η και 5η των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και το 4ο αναιρεσίβλητο ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ. Επομένως, αφού οι 1η, 2η, 3η και 5η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 5-6-2013 (αρ. κατ. 355/2013) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τους καθών η αίτηση πιστωτές της ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης και, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά και συγχρόνως ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση μια ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, επιφάνειας 76,70 Μ2 που βρίσκεται στην κοινότητα ... και δύναται να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά ως κύρια κατοικία της (δυνητική πρώτη κύρια κατοικία). Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 194/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, που δέχθηκε την αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας κατ' άρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, υποχρέωσε την αιτούσα να καταβάλει συμμέτρως προς τις πιστώτριες Τράπεζες το ποσό των 350 ευρώ μηνιαία για χρονικό διάστημα πέντε ετών και εξαίρεσε από την εκποίηση την άνω υπό στοιχείο Ι2 ημιτελή οριζόντια ιδιοκτησία (δυνητική 1η κύρια κατοικία), ενώ συγχρόνως, την υποχρέωσε, για τη διάσωσή της, να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα 10 ετών και ενός μηνός (μετά τη πάροδο της πενταετίας) το ποσό των 124,64 ευρώ συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες και έκτοτε για ένα έτος το ποσό των 175,72 ευρώ. Παράλληλα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Ι1 ημιτελής (στα μπετά) οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου, επιφάνειας 55,50 Μ2, που βρίσκεται στην ίδια πολυκατοικία με τη δυνητική πρώτη κύρια κατοικία και το ΙΧΕ αυτοκίνητο της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης δεν είναι ρευστοποιήσιμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 λόγω παλαιότητας της οικοδομής και του αυτοκινήτου και λόγω έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα άσκησε την από 19-5-2016 (αρ. κατ. 8/2016) έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, με τον 4ο λόγο της έφεσης επανέφερε την ένσταση δόλου της αιτούσας-1ης εφεσίβλητης, που είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τον 5ο λόγο έφεσης ισχυρίστηκε ότι η αιτούσα-εφεσίβλητη δεν βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, ενώ με τον 7ο λόγο της έφεσης ισχυρίστηκε, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση τις ημιτελείς Ι1 κα Ι2 οριζόντιες ιδιοκτησίες εκ των οποίων η Ι2 δεν συγκεντρώνει επίσης τα χαρακτηριστικά κύριας κατοικίας. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/ 2011). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η 1η αναιρεσίβλητη - αιτούσα την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων οφειλών της, διότι δήθεν τούτο οφείλεται στην μείωση των εισοδημάτων της, στη δυσμενή οικονομική συγκυρία λόγω της οικονομικής κρίσης και στην αυξημένη φορολογία, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό 330 ΑΚ και 27 ΠΚ, με ανεπαρκή αιτιολογία για τον υπέρμετρο δανεισμό της 1ης αναιρεσίβλητης, κυρίως με καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες συνολικού ποσού 110.116,75 ευρώ για να διατηρήσει ένα υψηλές επίπεδο διαβίωσης, αν και γνώριζε ότι οι οικονομικές της δυνατότητες δεν το επιτρέπουν. Από την προσβαλλόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αιτούσα - πρώτη εφεσίβλητη ηλικίας σήμερα 48 ετών, είναι διαζευγμένη και μητέρα μιας ενήλικης θυγατέρας, διαμένουν δε σε μισθωμένη οικία επιφάνειας 85,00 τ.μ., κείμενης επί της οδού ... οικοδομής, εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος 350,00 ευρώ. Η αιτούσα είναι υπάλληλος της ….. και οι τακτικές μηνιαίες απολαβές της κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 1.500,00 ευρώ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών του μηνός Φεβρουαρίου 2015.... Η αιτούσα προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων των προηγούμενων ετών, από τα οποία διαπιστώνεται ότι το μέσο μηνιαίο εισόδημά της, όπως διαμορφώνεται σήμερα, έχει παρουσιάσει δραματική μείωση τα τελευταία πέντε έτη σε σύγκριση με τα αμέσως προηγούμενα οικονομικά έτη (και δη τους χρόνους όπου αναλαμβάνει τις δανειακές της υποχρεώσεις) και πιο συγκεκριμένα: Το έτος 2008 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 36.838,35, το έτος 2009 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 34.110,65 ευρώ, το έτος 2010 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 27.389,08 ευρώ, το έτος 2011 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 25.867,66 ευρώ, το έτος 2012 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 18.417,60 ευρώ και το έτος 2013 το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 18.225,56.... Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι η ακίνητη περιουσία την οποία διαθέτει η αιτούσα δεν της αποφέρει έσοδα, ενώ δεν διαθέτει κανενός άλλου είδους τακτικό ή έκτακτο έσοδο. Άλλωστε, δεν λαμβάνει διατροφή από τον τέως σύζυγό της, ούτε συνεισφέρει ο τελευταίος οικονομικά στην εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων. Το ποσό του μισθού της αποτελεί και την πραγματική παροντική ρευστότητα της αιτούσας, καθώς δεν προέκυψε ότι διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος (π.χ. μισθώματα, μερίδια, αποζημιώσεις, τραπεζικές καταθέσεις κ.ά.). Συνεπώς, άμεση περαιτέρω βελτίωση των εισοδημάτων της αιτούσας δεν αναμένεται σύντομα, λαμβανομένης υπόψη και της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Το δε ποσό που η αιτούσα αναγκάζεται να δαπανά για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών ανέρχεται μηνιαίως σε 1.150,00 ευρώ περίπου. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει χρέη από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες και συγκεκριμένα είχε αναλάβει τις κάτωθι δανειακές υποχρεώσεις: 1) προς την "... Α.Ε" δυνάμει της με αριθμό ...192 συμβάσεως καταναλωτικού δανείου, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 40.269,05 ευρώ, 2) προς την "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δυνάμει της με αριθμό ...090 συμβάσεως ρύθμισης δανείου, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 33.923,65 ευρώ, 3) προς την "... Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό 4222648256 συμβάσεως καταναλωτικού δανείου, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 23.596,90 ευρώ, 4) προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" δυνάμει της με αριθμό 21/12028 συμβάσεως δανείου μικροεπισκευών, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 4.853,40 ευρώ, 5) προς την "... Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ...2001 συμβάσεως πιστωτικής κάρτας, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 1.474,58 ευρώ, 6) προς την "... Α.Ε.", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει λόγω καθολικής διαδοχής η "...", δυνάμει της με αριθμό ...420 συμβάσεως πιστωτικής κάρτας, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 4.940,55 ευρώ, και 7) προς την "... Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ...2014 συμβάσεως πιστωτικής κάρτας, οφείλει μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 2.184,49 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα μέχρι το έτος 2012 ήταν συνεπής στις δανειακές της υποχρεώσεις, ενώ έκτοτε, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, λαμβανομένης υπόψη της παροντικής της ρευστότητας σε σχέση με τις οφειλές της, καθώς και της προβλεπόμενης για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητάς της, η οποία σύμφωνα με τις παρούσες συνθήκες δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της. Σημειωτέον, ότι ως αδυναμία πληρωμής ορίζεται καταρχήν η έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων, όσων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Η ρευστότητα του οφειλέτη καθορίζεται κατά βάση από τα διαθέσιμά του, κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις και από τα τακτικά ή έκτακτα έσοδά του. Μπορεί, όμως, να επηρεάζεται και από την υπάρχουσα περιουσία του οφειλέτη εφόσον είναι δυνατή η άμεση ρευστοποίησή της. Διαφορετικά, η ύπαρξη απλώς περιουσίας, που είναι γενικώς ρευστοποιήσιμη, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει την ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα χρέη του. Έτσι, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα για την αντιμετώπιση της πίεσης και της ανάγκης που δημιουργεί η σώρευση ληξιπροθέσμων οφειλών. Συνεπώς, υπάρχει μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις πιστώτριες τράπεζες και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα στα άρθρα 8 § 2 και 9 § 2, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας αναφορικά με το ότι η εφεσίβλητη δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο Ν. 3689/2010 λόγω του ότι δεν είναι άνεργη, αφού όπως αποδείχτηκε και ανωτέρω, ο μισθός της έχει παρουσιάσει αισθητή μείωση σε σχέση με αυτόν των προηγούμενων ετών και δεν αναμένεται βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης και αύξηση του μισθού της, δεδομένης και της οικονομικής ύφεσης που επικρατεί την παρούσα χρονική περίοδο στην Ελλάδα. Εξάλλου, κατά τη φυσική και συνήθη εξέλιξη των πραγμάτων η αιτούσα υπολόγιζε βάσιμα, σε διαρκώς βελτιούμενα και αυξανόμενα εισοδήματα, αφού αυτό συνέβαινε μέχρι τότε. Με τα δεδομένα αυτά, υπολόγιζε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της, έναντι των αντιδίκων, δίχως ποτέ να καταστεί υπερήμερη ή και να περιέλθει σε αδυναμία καταβολής των οφειλόμενων. Οι πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν προ της επελεύσεως της οικονομικής κρίσης, αποτελούν κατά την έννοια του νόμου, περιστατικά, στα οποία, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η αιτούσα στήριξε τη σύναψη των αμφοτεροβαρών συμβάσεων στις οποίες προέβη. Συνεπώς, η δραστική συρρίκνωση των μηνιαίων εισοδημάτων της, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω αναφερθέντα αντικειμενικά γεγονότα, καθώς επίσης και σε συνδυασμό με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων των πιστωτριών ενόψει της αδιάλειπτης τοκοφορίας των απαιτήσεών τους, το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής, τη διαρκώς αυξανόμενη φορολογία αλλά και από την άλλη πλευρά, την ανάγκη καλύψεως των στοιχειωδών αναγκών της διαβίωσής της, μετέτρεψε τις μέχρι τότε κανονικά εξυπηρετούμενες απαιτήσεις σε επαχθή οικονομικά βάρη, τα οποία πλέον αντικειμενικά και ανυπαιτίως αδυνατεί η αιτούσα να εξυπηρετήσει από λόγους τους οποίους, ούτε μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει. Προσέτι, δυνάμει και των ως άνω αναφερθέντων, δεν αποδείχθηκε, ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό της η περίπτωση του δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, απορριπτόμενου του τέταρτου λόγου έφεσης ως αβάσιμου, καθώς δεν αποδείχθηκε η επιδίωξη της περιελεύσεώς της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε και η πρόβλεψη και αποδοχή του ενδεχόμενου αυτού αποτελέσματος και συνέχιση παρά ταύτα της ίδιας συμπεριφοράς. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε στην κατάσταση αδυναμίας πληρωμών λόγω εξωγενών παραγόντων και καταστάσεων εκτός της σφαίρας επιρροής της, που άλλαξαν καθοριστικά τις συνθήκες της ζωής της και που η ίδια δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει και συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών της, οπότε και δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου...". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της 1ης αναιρεσίβλητης - αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/ 2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων δεν επιδίωξε την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε ότι προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη περιέλευσης αυτής από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά 1) το ύψος των δανειακών συμβάσεων που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 111.242,62 ευρώ (βλ. σελίδα 5β της εκκαλουμένης απόφασης), 2) το οικογενειακό εισόδημα αυτής από το έτος 2008 έως το έτος 2013, το οποίο μειώθηκε σημαντικά (ενδεικτικά, σύμφωνα με τις παραδοχές, το έτος 2008 ανερχόταν σε 36.838,35 ευρώ και το έτος 2013 σε 18.225,56 ευρώ, δηλαδή κάτω από το ήμισυ), 3) την ηλικία της και το ύψος του μηνιαίου μισθού της, ως υπάλληλος της ΔΕΗ, που είναι το μόνο εισόδημα αυτής, 4) το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωση, που προσδιόρισε ρητά σε 1.150 ευρώ, 5) ότι η αιτούσα οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της λόγω της οικονομικής κρίσης, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, τις οποίες τότε της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά της, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, όπως έπραττε με συνέπεια έως το έτος 2012 και τέλος 7) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός της σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων των πιστωτριών τραπεζών λόγω της συνεχούς τοκοφορίας και του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης. Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος της 1ης αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας - αιτούσας δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών της υποχρεώσεων. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης για την υπαγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης στο νόμο αυτό, ορίζεται ότι "...αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, "...αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/ 2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών... ορίζεται εκκαθαριστής". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 και ισχύει από 14-6-2013, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (18-5-2015) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚπολΔ), ορίζεται ότι "...ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης... πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη....". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας. Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας. Περαιτέρω ο νόμος δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη, ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από τη εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας, όπως αντίθετα συμβαίνει στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 αυτού. Και τούτο, διότι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 είναι ανεξάρτητη της προβλεπόμενης από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 Ν. 3869/2010. Πράγματι, τα κριτήρια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 (συμβατική διάρκεια των δανείων, αξία του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος) δεν σχετίζονται με την εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη, καθώς, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, επιβάλλεται σε αυτόν ένα πρόσθετο βάρος, ασχέτως των μηνιαίων απολαβών του, η δε ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 δεν συναρτάται με τα πάσης φύσεως εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του δανειολήπτη, όπως αντίθετα συμβαίνει με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Εξάλλου, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, αν δεν δύναται να καταβάλλει τις αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, και μπορεί να αρκεστεί στην εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου του κατά την παρ. 1 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010, ώστε να απαλλαγεί από τα χρέη του. Ως εκ τούτου, τυχόν μεταβολές στην εισοδηματική του κατάσταση δεν ασκούν εν προκειμένω έννομη επιρροή. Κατόπιν τούτου, συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας αυτού. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών. Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη. Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές. Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Τέλος, η έννοια της κατοικίας παρέχεται από το άρθρο 51 ΑΚ. Στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της κατοικίας είναι η ύπαρξη κτίσματος, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της διαμονής. Αν υπάρξει αμφισβήτηση τότε ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης. Ο νόμος όμως επιτρέπει τη διάσωση και της δυνητικής κατοικίας, παρότι δεν χρησιμοποιείται πράγματι για κάποιους σοβαρούς λόγους, αλλά μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Με τον 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ορθά εκτιμάται, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α ΚΠολΔ (αντί του 559 αρ. 1α, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, εφόσον πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο), με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να εξαιρέσει από τη ρευστοποίηση τις υπό στοιχείο Ι1 και Ι2 ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, κυριότητας της 1ης αναιρεσίβλητης που βρίσκονται στην κοινότητα ..., διότι δήθεν η μεν Ι1 οριζόντια ιδιοκτησία επιφάνειας 55,60 Μ2 είναι απρόσφορη λόγω της παλαιότητάς της και της έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος, η δε Ι2 οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 76,70 Μ2 αποτελεί δήθεν τη δυνητική κύρια κατοικία της 1ης αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 Ν. 3869/2010 αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα για το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα: "Όσον αφορά στην περιουσιακή της κατάσταση, η αιτούσα - εφεσίβλητη έχει στην κυριότητά της ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής LAND ROVER, χρονολογίας 2001, το οποίο ενόψει του τύπου, της παλαιότητάς του και της εμπορικής του αξίας, δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ' ων η αίτηση πιστωτριών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.). Περαιτέρω, η αιτούσα, διαθέτει τα ακίνητα που ακολουθούν: 1) Η με στοιχεία Ι-2 ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) ισογείου ορόφου οικοδομής, η οποία έχει επιφάνεια 76,70 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 293/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Π. Μ., νότια με το υπό στοιχεία Ι-1 διαμέρισμα και εν μέρει με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Δ. Α. και δυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και στη συνέχεια με δημοτικό δρόμο και 2) Η με στοιχεία I-1 ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) ισογείου ορόφου οικοδομής, ή οποία έχει επιφάνεια 55,50 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 212/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχείο Ι-2 ως άνω περιγραφόμενο διαμέρισμα, νότια με ιδιοκτησία Δ. Α., ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και με το Ι-2 διαμέρισμα και δυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και στη συνέχεια με δημοτικό δρόμο. Οι παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονται σε οικοδομή ανεγερθείσα σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, επιφάνειας 362,303 τ.μ., το οποίο βρίσκεται μέσα στα εγκεκριμένα όρια της τοπικής κοινότητας ..., αποτυπώνεται δε με τους αραβικούς αριθμούς 1-2-3-4-5-6-1 στο από Απριλίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Μ., νότια και ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Α. και δυτικά με δημοτικό δρόμο και με ιδιοκτησία Π. Μ.. Περιήλθαν δε στην αιτούσα κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. …..28/29.04.1987 συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικής παροχής χιλιοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου του συμβολαιογράφου Α. Κ.. Όλα τα παραπάνω ακίνητα έχουν δηλωθεί και συμπεριληφθεί στη Δήλωση Ε9 της αιτούσας. Αποδείχθηκε ακόμα, ότι το υπό στοιχείο Ι-2 διαμέρισμα της αιτούσας - εφεσίβλητης, αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία αυτής, καθώς είναι ημιτελής, μπορεί ωστόσο να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον, γι' αυτό και πρέπει να διαταχθεί η κατ' όρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 εξαίρεσή της, ενώ το υπό στοιχείο Ι-1 διαμέρισμα, ενόψει της κατάστασής του (ημιτελές), της παλαιότητάς του (έτος ανέγερσης σκελετού 1982) και της εκτιμώμενης χαμηλής εμπορικής του αξίας, δεν κρίνεται ότι είναι πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3839/10 εκποίησή του. Μετά τις παραδοχές αυτές, κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των καθ' ων η αίτηση πιστωτριών, καθώς το υπό στοιχείο Ι-2 διαμέρισμα πρέπει να εξαιρεθεί, ενώ το υπό στοιχείο Ι-1 διαμέρισμα τυγχάνει χαμηλής εμπορικής αξίας και είναι απρόσφορο εκποίησης, όπως δυσκολία ρευστοποίησης υπάρχει και στο όχημα που διαθέτει η αιτούσα, τα οποία δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.) και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το έβδομο αίτημα της εκκαλούσας περί ρευστοποίησης του συνόλου της περιουσίας της...".. Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 σε συνδυασμό άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η Ι1 ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία της οποίας ο φέρων οργανισμός από οπλισμένο σκυρόδεμα ολοκληρώθηκε το έτος 1982, επιφάνειας 55,50 Μ2 δεν είναι ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, κατά τρόπο που να προσδοκάται η είσπραξη ενός αναλόγου ανταλλάγματος, ώστε να αξίζει να εκποιηθεί τούτο και να επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των πιστωτών, ενόψει του είδους του (σκελετός από μπετόν), της χαμηλής εμπορικής του αξίας λόγω της παλαιότητάς του (33 ετών) και της κτιριακής του κατάστασης, των εν γένει συνθηκών της αγοράς και του μειωμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος λόγω της οικονομικής κρίσης στην αγορά, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, η οποία επίσης συνεκτιμάται. Επισημαίνεται, ότι το Δικαστήριο έχει δυνατότητα να εξαιρέσει από την ρευστοποίηση και άλλα ακίνητα του οφειλέτη πλην της κύριας κατοικίας του όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, καθόσον αδυναμία πληρωμών σημαίνει την ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, έστω και εάν έχει ακίνητη περιουσία, που όμως δεν είναι ρευστοποιήσιμη. Αναφορικά με την Ι2 ημιτελή οριζόντια ιδιοκτησία 76,70 Μ2 το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε, ότι αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία της 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία, παρότι δεν χρησιμοποιείται τώρα λόγω της κτιριακής της κατάστασης (μπετά) δεν αποκλείεται να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά ως κύρια κατοικία αυτής. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 Ν. 3869/2010 με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό της διάταξης αυτής και συνακόλουθα ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα τράπεζα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, εφόσον ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως δυνητικά κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης πραγματικού γεγονότος και το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά την κρίση του, να διατάξει την εκποίηση και όχι υποχρέωση προς τούτο. Επίσης, όλως επικουρικά, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλιπή αιτιολογία, διότι η Ι2 οριζόντια ιδιοκτησία δεν μπορεί να αποπερατωθεί, διότι η αιτούσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, για να την αποπερατώσει και ότι αμφότερες οι ημιτελείς οριζόντιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να ρευστοποιηθούν αποτελούν πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τράπεζας ανάλυση των αποδείξεων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα Τράπεζα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-7-2017 (αρ. κατ. 38/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 90/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Recent Posts

See All

1398/2019 ΑΠ

Απόφαση 1398 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1398/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυ

418/2019 ΑΠ

Απόφαση 418 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 418/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείο

52/2019 ΑΠ

Απόφαση 52 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 52/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου

 

Τ. +30 210 364 5528

Μασσαλίας 14, Αθήνα, 106 80

  • Facebook

©2020 by ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ.