• Ε.ΔΙ.Π.ΚΑ

52/2019 ΑΠ

Updated: Oct 13

Απόφαση 52 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 52/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά διά λογαριασμό της και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "... ΑΕ" λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στην …., ως ειδική διάδοχος της "...", νόμιμα εκπροσωπούμενη και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής δι' απορροφήσεως λόγω συγχώνευσης διαδόχου της "... ΑΕ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα Ντάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκε η 8/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-2-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 9-2-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 8/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 3ης καθής η αίτηση τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ... και ήδη 2η αναιρεσίβλητη. Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, που δικάστηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/ 2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 21-10-2011 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε, πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία και ήδη 2η των αναιρεσιβλήτων (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς την ανωτέρω 2η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτήν. Εξάλλου, αναφορικά με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, από την τελευταία σελίδα αυτής προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 9-12-2011, χωρίς όμως να προκύπτει, ότι έχει κοινοποιηθεί στις καθών η αίτηση τραπεζικές εταιρείες, περί υπαγωγής του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος στο Ν. 3869/2010, ούτε άλλωστε κανένας διάδικος επικαλείται τέτοια κοινοποίηση. Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης αυτής, δηλαδή από 10-12-2011, άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση κατ' αυτής έφεσης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ίσχυε τότε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016). Η τριετής προθεσμία για την άσκηση της έφεσης συμπληρώθηκε στις 10-12-2014, οπότε πλέον η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη και για τους λοιπούς διαδίκους κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ και δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, αναφορικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρ. 564 ΚΠολΔ, που είναι επίσης, στοιχείο του παραδεκτού της ως δικόγραφο (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 11-12-2014, άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε τότε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, κατά τον οποίο από 1-1-2016 η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όταν δεν έχει επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι πλέον διετής). Η τριετία συμπληρωνόταν στις 11-12-2017 και η αναίρεση κατατέθηκε στις 10-2-2017 ενώπιον του πρωτοβάθμιου ως άνω Δικαστηρίου (βλ. την υπ' αρ. 1/2017 έκθεση κατάθεσης της αρμόδιας Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας), δηλαδή εντός της τριετίας, αλλά μετά την πάροδο της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 όπως ισχύει από 1-1-2016 με το Ν. 4335/2015. Πλην όμως, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος δικαστηρίου, επί αιτήσεων αναιρέσεων που έχουν κατατεθεί μετά την 1-1-2016 (όπως η ένδικη αίτηση αναίρεσης) και απευθύνονται κατά αποφάσεων, που δημοσιεύτηκαν πριν από την 1-1-2016 (όπως η προσβαλλόμενη απόφαση) εξακολουθεί να ισχύει η τριετής αποσβεστική προθεσμία. Κατόπιν τούτου η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως δικόγραφο είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου 9, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών. Εξάλλου, από την υπ' αρ. …6Β/7-12-2017 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Δημητρίου Καραμήτσα, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην 3η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία .... Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 3η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και οι λοιπές αναιρεσίβλητες τράπεζες. Επομένως, αφού η 3η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, "αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, με την αρχική έκδοση της διάταξης αυτής (πριν από τις τροποποιήσεις αυτής κατά τα έτη 2013, 2015 και 2018) και εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (9-12-2011), ορίζει ότι "...ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο, που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς, αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της... και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο... Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης... πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη...". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας. Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, υπό την αρχική της έκδοση υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας. Περαιτέρω ο νόμος δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη, ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας, όπως αντίθετα συμβαίνει στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 αυτού. Και τούτο, διότι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 είναι ανεξάρτητη της προβλεπόμενης από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 Ν. 3869/2010. Πράγματι, τα κριτήρια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 (συμβατική διάρκεια των δανείων, αξία του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος) δεν σχετίζονται με την εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη, καθώς, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, επιβάλλεται σε αυτόν ένα πρόσθετο βάρος, ασχέτως των μηνιαίων απολαβών του, η δε ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 δεν συναρτάται με τα πάσης φύσεως εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του δανειολήπτη, όπως αντίθετα συμβαίνει με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Εξάλλου, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, αν δεν δύναται να καταβάλλει τις αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, και μπορεί να αρκεστεί στην εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου του κατά την παρ. 1 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010, ώστε να απαλλαγεί από τα χρέη του. Ως εκ τούτου, τυχόν μεταβολές στην εισοδηματική του κατάσταση δεν ασκούν εν προκειμένω έννομη επιρροή. Κατόπιν τούτου, συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη. Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές. Τέλος, από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατ' άρθρ. 741 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο,που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 845/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 769 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι,καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 401/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας την από 15-3-2011 (αρ. κατ. 8/2011) αίτηση, με την οποία επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησε τη διευθετηση των οφειλών του από το δικαστήριο με μηνιαίες σύμμετρες καταβολές συνολικού ποσού 650 ευρώ, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης να εξαιρεθεί από την εκποίηση η ενυπόθηκη κύρια κατοικία του, της οποίας η εμπορική αξία, όπως ισχυρίστηκε, ανερχόταν σε 95.000 ευρώ, με την καταβολή του 85% της ως άνω εμπορικής αξίας, δηλαδή 80.750 ευρώ, σε χρονικό διάστημα 20 ετών, σύμφωνα με όσα διευκρίνιζε με τις προτάσεις του (άρθρο 224 ΚΠλΔ) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με σκοπό να απαλλαγεί από τα χρέη του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν την ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης, διότι όπως υποστήριζαν ο αιτών δεν ανέφερε στην αίτησή του, ότι είχε εισοδήματα από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος και από επιδόματα εορτών και άδειας, την ένσταση της δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών του και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ, τις οποίες το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά άλλωστε την παρούσα αναιρετική δίκη. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη νομική εκτίμηση της αίτησης έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/ 2010 και ακολούθως δέχτηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτού κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Ήδη, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την τελεσίδικη απόφασή του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, η οποία δημιουργεί πλέγμα με τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3, 25 παρ. 1-3 και 106 παρ. 2 Συντ/τος, των άρθρων 1, 2, 34 και 35 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 11 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου περί δικαιωμάτων, των άρθρων 1, 22 και 25 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ και των άρθρων 12 και 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι, αν και το Ειρηνοδικείο ορθά δέχθηκε ότι αυτός έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, εντούτοις δεν προέβη κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων βιοτικών αναγκών αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του στην στάθμιση των χρεών του με τα εισοδήματα του ιδίου και με τη δυνατότητα συνεισφοράς της συζύγου του. Επίσης με τον 2ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό της μηνιαίας καταβολής για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του συνυπολόγισε το 85% της εμπορικής αξίας αυτής ως το ανώτερο επιτρεπόμενο ποσοστό και χωρίς να συνυπολογίσει, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και τη δυνατότητα συνεισφοράς της συζύγου του. Με τον συναφή (προς τον 2ο αναιρετικό λόγο) 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο, με το να ορίσει ότι η εμπορική αξία της ενυπόθηκης κύριας κατοικίας του ανέρχεται σε 95.000 ευρώ, με μοναδικό κριτήριο την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και χωρίς να αναζητήσει αντικειμενικά συγκριτικά κριτήρια (όπως αγγελίες πωλητών, εκτιμήσεις μηχανικών, μεσιτών και εκτιμητών) παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Τέλος, με τον συναφή (προς τους προηγούμενους λόγους) 4ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Ειρηνοδικείο με το να ορίσει για το τέταρτο έτος της ρύθμισης ως μηνιαία καταβολή το ποσό των 986,45 ευρώ, χωρίς να συνεκτιμήσει τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και τη συνεισφορά της συζύγου του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή . Εξάλλου, η 4η αναιρεσίβλητη ..., με τις από 27-8-2018 προτάσεις της, που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 30-8-2018 (βλ. τη σφραγίδα της αρμόδιας γραμματέας παρά πόδας αυτών), προβάλει παραδεκτά κατ' άρθρ. 570 παρ. 1 περ. α' και β' ΚΠολΔ την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος διότι, όπως ισχυρίζεται, αυτός ουδεμία βλάβη έχει υποστεί εφόσον το Δικαστήριο προσδιόρισε, κατά τη ρύθμιση των χρεών του, την μηνιαία καταβολή ελλείψει ρευστοποιήσιμης περιουσίας σε 650 ευρώ, ποσό που ο ίδιος είχε προτείνει με την αίτησή του καθώς και τη μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του σε 336,45 ευρώ επί 240 μήνες (20 έτη) με βάση το 85% της εμπορικής αξίας αυτής ίσο με 80.750 ευρώ (95.000 χ 85%), σύμφωνα με όσα επίσης ο ίδιος ανέφερε στις προτάσεις του με τις οποίες διευκρίνιζε το ανωτέρω αίτημά του. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως στη νομική σκέψη της απόφασης αυτής, η ρύθμιση των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 λόγω έλλειψης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη, καθορίζεται ελευθέρως από το Δικαστήριο ουσίας με βάση τα στοιχεία - κριτήρια της διάταξης αυτής, τη συνδρομή των οποίων ερευνά αυτεπάγγελτα το δικαστήριο. Επίσης, η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 είναι επίσης υποχρεωτική για το Δικαστήριο και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, που επίσης αυτεπάγγελτα ερευνά το Δικαστήριο, οι παράλληλες καταβολές είναι υποχρεωτικές και μπορεί να γίνει συνδυασμός των καταβολών αυτών για ορισμένη χρονική περίοδο, που ελευθέρως καθορίζει το Δικαστήριο. Υπό την έννοια αυτή επομένως, ακόμη και εάν ο οφειλέτης προτείνει ορισμένα ποσά, το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα έχει τη δυνατότητα να καθορίσει διαφορετικά, με γνώμονα την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, από τα οποία, ούτε αυτός μπορεί να παραιτηθεί. Συνεπώς, ο αναιρεσείων δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ακόμη και αν είναι νικήσας διάδικος, προκειμένου να διαγνωστεί η βασιμότητα του αιτήματος, που ο ίδιος έχει υποβάλει αναφορικά με το ύψος της μηνιαίας καταβολής λόγω έλλειψης ρευστοποιήσιμης περιουσίας και εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας και συγχρόνως να ερευνηθεί, εάν ορθά το Δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Κατόπιν τούτου η σχετική ένσταση της 4ης αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή (και αναλόγως η αίτηση) κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και κατ' ανάλογη εφαρμογή 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 858/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η 4η αναιρεσίβλητη επίσης, προβάλλει την ένσταση, της απαράδεκτης προβολής όλων των αναιρετικών λόγων, κατ' άρθρ. 562 αρ. 3 ΚΠολΔ, (αναίρεση εξ ιδίου σφάλματος), διότι, όπως ισχυρίζεται στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά, που απορρέουν από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα και ειδικότερα, στα αιτήματα, που ο ίδιος αξίωνε με την αίτηση και τις προτάσεις του. Η ένσταση αυτή πρέπει επίσης, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για τους ίδιους λόγους, που προαναφέρθηκαν με αφορμή την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης. Εκτός τούτων η 4η αναιρεσίβλητη προβάλλει επίσης και την ένσταση εκ του άρθρου 562 αρ. 2 ΚΠολΔ διότι, όπως διατείνεται, όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον 1ο και 2ο αναιρετικό λόγο, προτάθηκαν απαράδεκτα το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Και η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 προκύπτει από το αιτιολογικό της, το οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει ο αναιρεσείων-αιτών κατά την άσκηση της αίτησής του και συνεπώς, οι αναιρετικοί ως άνω λόγοι εμπίπτουν στην εξαίρεση της παραγράφου 2 περ. β' του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Τέλος, η 1η αναιρεσίβλητη ..., με τις από 28-9-2018 προτάσεις της, προβάλει, παραδεκτά κατ' άρθρ. 570 παρ. 1 περ. α' και β' ΚΠολΔ, την ένσταση αοριστίας των αναιρετικών λόγων, διότι, όπως ισχυρίζεται το αναιρετήριο δεν αναφέρει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών και τη δυνατότητα συνεισφοράς της συζύγου του αναιρεσείοντα, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχτηκε το Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Και η ένσταση αυτή όμως, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν διότι, όσον αφορά τον 1ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, στις σελίδες 6 και 7 του αναιρετηρίου αναφέρονται συνοπτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αριθμητική παραπομπή στις σελίδες αυτής και ειδικότερα στο 3ο φύλλο, στην 1η και 2η σελίδα αυτής. Επίσης, όσον αφορά το 2ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, στη σελίδα 19 του αναιρετηρίου αναφέρονται αναλυτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τη ρύθμιση της μηνιαίας καταβολής για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα. Εξάλλου, οι 3ος και 4ος αναιρετικοί λόγοι συνέχονται με τους 1ο και 2ο τούτων ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, αναφορικά με τον 3ο λόγο αναίρεσης, στη σελίδα 23 του αναιρετηρίου, ρητά εκτίθεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αν και όφειλε να συνεκτιμήσει αυτεπάγγελτα και άλλα κριτήρια για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Συνακόλουθα, οι 3ος και 4ος αναιρετικοί λόγοι είναι επίσης αρκούντως ορισμένοι και συνεπώς η σχετική ένσταση περί αοριστίας των αναιρετικών λόγων πρέπει να απορριφθεί, εφόσον ο αναιρεσείων αναφέρει τις παραβιασθείσες διατάξεις δικαίου, το κατά την εκδοχή του σφάλμα του Δικαστηρίου και τα πραγματικά περιστατικά-παραδοχές αυτού, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης του αναιρεσείοντα περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των αποδειχθέντων πραγμάτων κρίση της, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση αυτής: "...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου και τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδεικνύονται τα παρακάτω. Ο αιτών είναι συνταξιούχος υπάλληλος του ΟΔΙΕ και μέχρι το έτος 2009 ήταν αναβάτης ιπποδρομιών. Λαμβάνει ως σύνταξη το ποσό των 830 ευρώ μηνιαίως, έχει δύο τέκνα ηλικίας 17 και 19 χρονών και διαμένει σε ένα διαμέρισμα του Α' ορόφου στο ... στην οδό … και …, εμβαδού 47,51 τ.μ. και εμπορικής αξίας 95.000 ευρώ. Έχει επίσης στην κυριότητά του και ένα αυτοκίνητο OPEL VECTRA του 2004, 1440 κυβικά, αξίας περίπου 4.500 ευρώ. Η σύζυγός του έχει μηναίο εισόδημα 800 ευρώ. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ανέρχονται, σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά τον χρόνο επίδοσης των αιτήσεων, στο συνολικό ποσό των 204.662 ευρώ και αναλυτικά 1) στην ..., από το υπ' αριθμό 13672218 καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 39.910,40 ευρώ, 2) στην ίδια τράπεζα από το υπ' αριθμό ….33 καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 1.522,24 ευρώ, 3) στην Εμπορική τράπεζα από στεγαστικό δάνειο το ποσό των 99.842,17 ευρώ και για την απαίτησή της αυτή η τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης ποσού 150.780,00 ευρώ στο ακίνητο του αιτούντα στην οδό …. αρ. …. στο …., 4) στην ίδια τράπεζα από καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 24.144,99 ευρώ, 5) στην ίδια τράπεζα από πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.434,98 ευρώ, 6) στην ... από καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 10.609,90 ευρώ, 7) στην τράπεζα …. από πιστωτική κάρτα το ποσό των 2.318,22 ευρώ, 8) στην τράπεζα …. από πιστωτική κάρτα το ποσό των 3.096,91 ευρώ, 9) στη …. ... από καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 21.781,97 ευρώ. Ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, οι οποίες δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης (κανένα από τα πιστωτικά ιδρύματα δεν προβάλει ισχυρισμό, ότι η ανάληψη των χρεών έγινε το τελευταίο έτος). Τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντα δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών, συνεπώς το δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση των μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματά του για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, προς μερική εξόφληση των οφειλών. Η κάθε μηναία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 650 ευρώ επί 48 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρ. 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010) ειδικότερα 1) στην ..., από το πρώτο καταναλωτικό δάνειο υπ' αριθμόν 1…18 πρέπει να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 126,75 ευρώ (650 : 204.662 χ 39910,40), 2) στην ..., από το δεύτερο καταναλωτικό δάνειο υπ' αριθμό …3 θα καταβάλλει 4,83 ευρώ μηνιαίως, 3) στην Εμπορική τράπεζα από στεγαστικό δάνειο θα καταβάλλει μηνιαίως 317,09 ευρώ, 4) στην Εμπορική τράπεζα από στεγαστικό δάνειο θα καταβάλει μηνιαίως 76,68 ευρώ, 5) στην …. τράπεζα από πιστωτική κάρτα θα καταβάλλει μηνιαίως 4,55 ευρώ, 6) στην ... από καταναλωτικό δάνειο θα καταβάλλει 33,69 ευρώ μηνιαίως, 7) στην τράπεζα …. από πιστωτική κάρτα θα καταβάλλει 7,36 ευρώ μηνιαίως, 8) στην τράπεζα … από πιστωτική κάρτα θα καταβάλλει 9,83 ευρώ μηνιαίως, 9) στη … ... από καταναλωτικό δάνειο θα καταβάλλει 69,18 ευρώ μηνιαίως. Τα ανωτέρω ποσά θα καταβάλλονται για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά: 1) η ... το ποσό των 6.084 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 33.826,4 ευρώ, 2) η ... το ποσό των 231,84 με υπόλοιπο οφειλής 1.290,4 ευρώ, 3) η Εμπορική τράπεζα το ποσό των 15.220,32 με υπόλοιπο οφειλής 84.621,85 ευρώ, 4) η Εμπορική το ποσό των 3.680,64 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 20.464,35 ευρώ, 5) η Εμπορική το ποσό των 218,4 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 1.216,58 ευρώ, 6) η ... το ποσό των 1.617,12 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 8.992,78, 7) η τράπεζα … το ποσό των 353,28 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 1,964,94 ευρώ, 8) η τράπεζα .. το ποσό των 471,84 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 2,625,07 ευρώ, 9) η … ... το ποσό των 3,320,64 ευρώ με υπόλοιπο οφειλής 18.461,33 ευρώ. Συνολικά ο αιτών θα έχει καταβάλλει το ποσό των 31.198,08 ευρώ, ενώ απομένει ανεξόφλητο το ποσό των 173.463,70 ευρώ. Το μοναδικό αυτοκίνητο του αιτούντα τύπου OREL VECTRA του 2004, 1400 κυβικών αξίας περίπου 4.500 ευρώ δεν κρίνεται πρόσφορο για εκποίηση λαμβανομένων υπόψη των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων). Περαιτέρω το διαμέρισμα που χρησιμεύει για κύρια κατοικία του αιτούντος έχει εμπορική αξία 95.000 ευρώ και συνεπώς δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας (200.000,00 ευρώ), προσαυξημένο κατά 50%, πρέπει επομένως να εξαιρεθεί από την εκποίηση, μετά την υποβολή σχετικής προτάσεως του αιτούντος. Πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για την διάσωση της κυρίας κατοικίας για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 85% της εμπορικής της αξίας δηλαδή το ποσό των 80.750 ευρώ (95.000 χ 85%) (με βάση την ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2, υπερβαίνουν το ποσό του 85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το αυτό του 85%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον δε τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 85% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού). Όπως προαναφέρθηκε το υπόλοιπο των απαιτήσεων της Εμπορικής Τράπεζας της οποίας η απαίτηση είναι ασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια στην κατοικία του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 84.621,85 ευρώ, μετά τις καταβολές επί 4ετία. Η προνομιακή ικανοποίηση της πιστώτριας αυτής θα γίνει στο ποσό των 80.750 ευρώ (85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας του αιτούντος) απαλλασσόμενου του αιτούντα του υπολοίπου των χρεών του, με την τήρηση και αυτής της ρύθμισης, με μηνιαίες καταβολές 336,45 ευρώ για 240 μήνες, που θα αρχίσουν μετά την λήξη της περιόδου χάριτος δηλ. αυτή της 3ετίας από την δημοσίευση της απόφασης (80.750 ευρώ : 240 μήνες). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τον νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για το οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά τον χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κυρίας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ως προ τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτών από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετείς καταβολές μετά την εξάντληση του ποσού των 80.750 ευρώ του 85% της αξίας της κατοικίας για την προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτων ασφαλισμένων απαιτήσεων. , δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται ο αιτών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος, με σκοπό την απαλλαγή του με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης κυρίας κατοικίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό". Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος και της Κοινοτικής και Διεθνούς Νομοθεσίας, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως. Πιο συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να καθορίσει τη μηνιαία καταβολή του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 στο ποσό των 650 ευρώ προσδιόρισε το μηνιαίο εισόδημα του αναιρεσείοντα από τη σύνταξή του, ποσού 830 ευρώ και το μηνιαίο εισόδημα της συζύγου του, ποσού 800 ευρώ, δέχθηκε ότι προστατευόμενο μέλος της οικογένειας ήταν μόνο ο ηλικίας 17 ετών γιος τους, όπως άλλωστε ανέφερε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων στις πρωτόδικες προτάσεις του και ειδικότερα, ότι ήταν φοιτητής στη Σχολή ΣΕΛΕΤΕ και ότι τον συντηρούσε η οικογένεια, σε αντίθεση με την κόρη τους, η οποία εργαζόταν και, στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού σιωπηρώς προσδιόρισε τις βιοτικές ανάγκες του αιτούντα, σύμφωνα με όσα άλλωστε ο ίδιος ανέλυε στις πρωτόδικες προτάσεις του, με τις οποίες παραδεκτά κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ διευκρίνιζε την αίτησή του και προσδιόριζε τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς του στο ποσό των 980 ευρώ, καθόρισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ύψος της μηνιαίας καταβολής σε 650 ευρώ συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες με τα αναλυτικά ποσά, που επίσης καθόρισε για καθεμιά για το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών (όπως ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 προβλέπει) κρίνοντας ανελέγκτως αναιρετικά, ότι μετά την πάροδο των τεσσάρων ετών θα απομένει ανεξόφλητο ποσό 173.463,70 ευρώ και ότι θα έχει εξοφληθεί ποσό χρέους 18.461,33 ευρώ. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτίμησε, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων διαθέτει ΙΧΕ αυτοκίνητο και ιδιόκτητη κατοικία και συνεπώς εξοικονομεί τη σχετική δαπάνη ενοικίου, καθώς επίσης, ότι δεν βαρύνεται με άλλες ασυνήθεις έκτακτες δαπάνες διαβίωσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση το αυτοκίνητο και την κύρια κατοικία υπολογίζοντας την εμπορική της αξία σε 95.000 ευρώ (όπως άλλωστε και ο αναιρεσείων ανέφερε) και καθόρισε, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε τότε, ως πρόσθετο βάρος τη μηνιαία καταβολή για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κατοικίας στο ποσό των 336,45 ευρώ μηνιαία για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ίσο με το ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας αυτής (80.750 ή 95.000 χ 85%) και μάλιστα έναντι ισόποσου σχεδόν προτεινόμενου από τον αιτούντα, με τις ανωτέρω προτάσεις του, ποσού 413 ευρώ μηνιαία για 16 έτη (413 χ 12 μήνες χ 16 έτη = 79.296 ευρώ, έναντι 80.750 ευρώ, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση). Η ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία καταβολή κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας δεν σχετίζεται με την εισοδηματική κατάσταση του αναιρεσείοντα, εφόσον αυτός μπορούσε να αρκεστεί στην εκποίησή της, αν προέβλεπε, ότι θα αδυνατούσε να καταβάλει στις μηνιαίες πρόσθετες καταβολές και είχε τη δυνατότητα να μην υποβάλει το αίτημα του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Εξάλλου, είναι αληθές ότι κατά το τέταρτο έτος της ρύθμισης συμπίπτει παράλληλα η καταβολή της μηνιαίας δόσης των 650 ευρώ (του άρθρου 8 παρ. 2) με τη μηνιαία δόση των 336,45 ευρώ (του άρθρου 9 παρ. 2), διότι η περίοδος χάριτος της τελευταίας αυτής καταβολής ήταν τρία έτη, πλην όμως, όπως έχει προεκτεθεί, εφόσον υπήρξε αίτημα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να επιβάλει συνδυασμένες καταβολές, ενώ η διάρκεια της χάριτος του άρθρου 9 παρ. 2, που αυτό όρισε επαφίεται στην εύλογη κρίση του και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα στον 1ο και στον 2ο αναιρετικό λόγο πρέπει προεχόντως να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης των ανωτέρων ουσιαστικών κανόνων επιχειρείται να πληγεί η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστή ουσίας και, επικουρικά, ως ουσιαστικά αβάσιμες. Απαράδεκτος είναι επίσης ο 3ος αναιρετικός λόγος διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα την αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, την οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, ο 4ος αναιρετικός λόγος, συναφής με τους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, ο νόμος στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2, δεν καθορίζει τη διάρκεια της περιόδου χάριτος, που αφήνεται στη δυνητική κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να ορίζει περίοδο χάριτος και συνεπώς, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου, η περίοδος χάριτος ορίστηκε τριετής για την καταβολή της μηνιαίας δόσης για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντα, μετά τη συνεκτίμηση όλων των περιστατικών, που έχουν αναφερθεί προηγουμένως για την οικογενειακή εισοδηματική κατάσταση αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η μείωση των εξόδων διαβίωσης της οικογένειας λόγω της στο μεταξύ ενηλικίωσης του ανήλικου γιου του αναιρεσείοντα, ο οποίος πλέον δεν θα αποτελούσε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2011 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2019. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Recent Posts

See All

1398/2019 ΑΠ

Απόφαση 1398 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1398/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυ

632/2019 ΑΠ

Απόφαση 632 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 632/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείο

418/2019 ΑΠ

Απόφαση 418 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 418/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείο

 

Τ. +30 210 364 5528

Μασσαλίας 14, Αθήνα, 106 80

  • Facebook

©2020 by ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ.