• Ε.ΔΙ.Π.ΚΑ

418/2019 ΑΠ

Updated: Oct 13

Απόφαση 418 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Γ. του Κ. και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 298/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 14-11-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 298/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 10, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις υπ' αρ. ….90Γ'/18-1-2018 και ….34Γ'/13-3-2018 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Β. Μ. - Β., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και στον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω 2η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και η 1η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία. Επομένως, αφού η 2η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής. Η κρινόμενη από 14-11-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 298/2017 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Επίσης, υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (ΑΠ 947/1995), όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/ 2010 οι οφειλέτες, που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης και εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται μεταξύ άλλων ότι "....αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, "...αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του... διατάσσει την καταβολή μηνιαίως για χρονικό διάστημα τριών ετών του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως επίσης ίσχυε και εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζει ότι "...ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του και το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης...". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου). Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Εξάλλου, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, αν δεν δύναται να καταβάλλει τις αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του και μπορεί να αρκεστεί στην εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου του κατά την παρ. 1 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010, ώστε να απαλλαγεί από τα χρέη του. Ως εκ τούτου, τυχόν μεταβολές στην εισοδηματική του κατάσταση δεν ασκούν εν προκειμένω έννομη επιρροή. Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 8 και 9 του Ν. 3869/2010, προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Επίσης,η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη. Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές. Τέλος, από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, για την ολοκλήρωση της ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. β' και γ', το Δικαστήριο διορίζει εκκαθαριστή, είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατ' αίτηση προσώπου, που έχει έννομο συμφέρον, συνήθως μαζί με την απόφαση περί εκποιήσεως, στον οποίο ανατίθεται το έργο της υλοποίησης της περί εκποιήσεως απόφασης, δηλαδή πραγματοποιεί την εκποίηση που αποφάσισε το Δικαστήριο. Το έργο του εκκαθαριστή καθορίζεται στη δικαστική απόφαση, που τον διορίζει. Η εκποίηση του ακινήτου πρέπει να γίνει κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, που υπόσχεται μεγαλύτερο τίμημα και καθορίζεται στην απόφαση ή τούτο καταλείπεται στην έμφρονα κρίση του εκκαθαριστή (όπως, ελάχιστο τίμημα, τιμή πρώτης προσφοράς). Μεταξύ των έργων του εκκαθαριστή, ως πράξη διαχείρισης υπό ευρεία έννοια, συνιστά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του ακινήτου, με σκοπό τούτο να εκποιηθεί προς ικανοποίηση των πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., την από 24-12-2015 (αρ. κατ. 796/2015) αίτηση, με την οποία ο 1ος τούτων επικαλούμενος ότι είναι μικροέμπορος και ότι αμφότεροι οι αιτούντες σύζυγοι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο με μηνιαίες καταβολές ποσού 307,77 ευρώ, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στην αίτησή τους, καθώς επίσης να εξαιρεθεί από την εκποίηση, τόσο η ενυπόθηκη κύρια κατοικία τους, με την καταβολή του 80% της αντικειμενικής της αξίας, όσο και η λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία τους, λόγω του ασυμφόρου αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αίτησης, ως προς τον 1ο αιτούντα και ήδη 1ο αναιρεσείοντα, διότι, όπως υποστήριζαν αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 63/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, η οποία κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης των πιστωτριών τραπεζών περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του 1ου αιτούντα και ήδη 1ου αναιρεσείοντα απέρριψε την αίτηση αυτού. Κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως προς τη 2η αιτούσα - 2η αναιρεσείουσα, ρύθμισε τα χρέη της υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει για χρονικό διάστημα 27 μηνών, σύμμετρα, το ποσό των 200 ευρώ μηνιαία προς τις πιστώτριες τράπεζες και εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία αυτής, δηλαδή το υπόγειο και τον 1ο όροφο της διόροφης οικοδομής, που ανήκε στην κυριότητα αυτής, με την υποχρέωση να καταβάλει στην 2η καθής η αίτηση πιστώτρια τράπεζα το ποσό των 175,17 ευρώ μηνιαία και, παράλληλα, διόρισε εκκαθαριστή για την εκποίηση του ισόγειου χώρου - καταστήματος της ανωτέρω διόροφης οικοδομής, το οποίο δεν εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση (δεν διασώθηκε). Ακολούθως, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 28-2-2017 (αρ. κατ. 4/2017) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση. Ήδη με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο 1ος αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας με το να δεχθεί ότι δεν υπάγεται στον Ν. 3869/2010, διότι δήθεν είναι έμπορος, που ασκεί την επιχειρηματική δραστηριότητα του κρεοπώλη και έχει πτωχευτική ικανότητα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 3869/2010 και 2 ΒΔ της 2/14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, ότι είναι μικροέμπορος και ότι οι τραπεζικές πιστώσεις της 2ης αναιρεσείουσας - συζύγου του, τις οποίες αυτός εγγυήθηκε σκοπούσαν στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών για την ανέγερση της πρώτης κύριας κατοικίας αυτής και όχι για την μετατροπή του ισογείου χώρου αυτής σε κρεοπωλείο, όπου δήθεν αυτός ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η 2η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με το να μην εξαιρέσει από την ρευστοποίηση τον ισόγειο χώρο - κατάστημα του ακινήτου της, στο οποίο δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά συνιστά συστατικό του όλου ακινήτου αυτής (πρώτη κύρια κατοικία αυτής), του οποίου δεν είναι δυνατή η κατάσχεση ως τμήμα του ακινήτου, χωρίς τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και χωρίς το Εφετείο να αναθέσει τέτοιο ειδικό καθήκον στον εκκαθαριστή, που διόρισε, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με άρθρο 1 Ν. 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ΝΔ 1024/1971 περί κάθετης ιδιοκτησίας και άρθρα 953, 1002 και 1117 του ΑΚ. Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα: "Ο πρώτος αιτών και ήδη εκκαλών ηλικίας 48 ετών είναι έγγαμος με την δεύτερη αιτούσα και ήδη εκκαλούσα ηλικίας 43 ετών και διατηρεί ατομική επιχείρηση κρεοπωλείου στην ….του Δήμου .... Η ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητα που ασκεί ο αιτών και ήδη εκκαλών προσδίδει σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα διότι ασκεί αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, ειδικότερα αγορά και μεταπώληση κρέατος με σκοπό το κέρδος, υπάρχει δε συστηματική οργάνωση της ανωτέρω δραστηριότητας όπως σύνδεση αυτής με ορισμένο τόπο (εγκατάσταση), διάθεση αξιόλογων οικονομικών μέσων για τον εξοπλισμό του καταστήματος, (ψυγεία, μηχανή άλεσης κρέατος, βιτρίνες - προθήκες), λογιστική παρακολούθηση της εν λόγω δραστηριότητας και ο οποίος δεν απασχολεί βοηθητικό προσωπικό αλλά λειτουργεί την επιχείρησή του με προσωπική εργασία. Ο αιτών και ήδη εκκαλών όπως αποδεικνύεται από τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2013, 2014, των φορολογικών ετών 2014 και 2015, δήλωσε για το οικονομικό έτος 2013 ως ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση το ποσό των 44.949,74 ευρώ, καθαρό εισόδημα μηδενικό, ενώ παρουσίασε ζημία ατομικής επιχείρησης ποσού 7.823,45 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2014 ως ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση το ποσό των 37.461,58 ευρώ, καθαρό εισόδημα μηδενικό, ενώ παρουσίασε ζημία ατομικής επιχείρησης ποσού 14.140,78 ευρώ, για το φορολογικό έτος 2014 ως ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση το ποσό των 55.089 ευρώ, καθαρό εισόδημα μηδενικό από ατομική επιχείρηση, ενώ παρουσίασε ζημία ατομικής επιχείρησης ποσού 3.051,62 ευρώ, για το φορολογικό έτος 2015 ως ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση το ποσό των 52.381,30 ευρώ, καθαρό εισόδημα μηδενικό από ατομική επιχείρηση, ενώ παρουσίασε ζημία ατομικής επιχείρησης ποσού 8.805,57 ευρώ. Συνεπώς ο πρώτος αιτών ενεργεί κατά σύνηθες επάγγελμα αντικειμενικά εμπορικές πράξεις προς βιοπορισμό του, ήτοι αγορά και μεταπώληση κτηνοτροφικών προϊόντων με σκοπό το κέρδος (άρθρ. 2 του του ΒΔ της 2/14 Μαΐου 1835 "περί αρμοδιότητος εμποροδικείων"), οι οποίες εμπεριέχουν κατ' ανάγκη τις εμπορικές πράξεις της προμήθειας, φέροντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο από την εν λόγω δραστηριότητά του, η οποία δε συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο με την σωματική του καταπόνηση, ούτε το κέρδος του αποτελεί αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου αλλά αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών, τα δε δάνεια που έλαβε από τις πιστώτριές του - καθ' ων είναι εμπορικά και τεκμαίρεται ότι ελήφθησαν στα πλαίσια της εμπορίας του. Σημειωτέον ότι οι ληφθείσες επιχειρηματικές πιστώσεις εκ μέρους του αιτούντος προς των καθ' ων η αίτηση δεν προσιδιάζουν σε μικρέμπορο, καθώς αποτελούν ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου αρκετά μεγάλου ύψους, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ενέχει κερδοσκοπικό συμφέρον. Το αν ο αιτών δεν απασχολούσε προσωπικό, εργαζόταν ο ίδιος αποκλειστικά στην επιχείρησή του, καταπονούταν σωματικά στην επιχείρησή του, η οποία ήταν οργανωμένη, δεν τον καθιστά μικρέμπορο, καθόσον λείπει το στοιχείο της μη ανάληψης μεγάλου επιχειρηματικού κινδύνου εκ μέρους του. Ως εκ τούτου ο αιτών έχει πτωχευτική ικανότητα και δεν ανήκει στα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, γενόμενης δεκτής ως ουσία βάσιμης, της ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του πρώτου αιτούντος, που πρότειναν οι καθ' ων - πιστώτριες πρωτοδίκως και επαναφέρουν νομίμως με τις προτάσεις τους για το λόγο ότι έχει την εμπορική ιδιότητα και δεν ανήκει στην κατηγορία των μικρεμπόρων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε και αυτό ότι αποδείχθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε το νόμο και ο προτεινόμενος πρώτος λόγος έφεσης από τον πρώτο εκκαλούντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αιτούσα - εκκαλούσα εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" με καθαρές μηνιαίες αποδοχές που ανέρχονται στο ποσό των 871,48 ευρώ. Ο σύζυγος της αιτούσας, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε διατηρεί ατομική επιχείρηση κρεοπωλείου, δήλωσε για το φορολογικό έτος 2015 ατομικό ετήσιο εισόδημα από την άσκηση της επιχείρησής του μηδενικό και από αγροτικές επιδοτήσεις το ποσό των 1.615,77 ευρώ ετησίως (134,64 ευρώ μηνιαίως). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της δεύτερης αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 1.006,12 ευρώ (871,48 + 134,64). Σύμφωνα δε με τα προλεχθέντα οι οικογενειακές τους δαπάνες περιορίζονται σ' αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών αυτής και του συζύγου της και ανέρχονται στο ποσό των 806,00 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως η δεύτερη αιτούσα είχε αναλάβει προς τους ενέγγυους πιστωτές της τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της αποφάσεως (άρθρ. 6 παρ 3 ν. 3869/ 2010). Ειδικότερα, η δεύτερη αιτούσα έχει προς τους παρακάτω πιστωτές της τις εξής αντίστοιχα οφειλές: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" από την υπ' αριθμ. ...933 σύμβαση στεγαστικού δανείου, την οποία υπέγραψε η αιτούσα με την αρχική πιστώτρια "... Α.Ε", ειδική διάδοχος της οποίας για την ως άνω απαίτηση είναι η "... Α.Ε", του οποίου το ποσό μαζί με τους τόκους μέχρι την 7-12-2015 ανήλθε στο ποσό των 72.589,29 ευρώ. 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. - υπό ειδική εκκαθάριση" από την υπ' αριθμ. 0...8/2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, την οποία υπέγραψε η αιτούσα με την αρχική πιστώτρια "... Α.Ε", ειδική διάδοχος της οποίας για την ως άνω απαίτηση είναι η "... Α.Ε - υπό ειδική εκκαθάριση", του οποίου το ποσό μαζί με τους τόκους μέχρι την 4-12-2015 ανήλθε στο ποσό των 86.658,65 ευρώ, το δε συνολικό ποσό της οφειλής της δεύτερης αιτούσας προς τις ανωτέρω πιστώτριες ανέρχεται στο ποσό των 159.247,92 ευρώ. Οι απαιτήσεις των πιστωτριών - καθ' ων είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα η απαίτηση της δεύτερης πιστώτριας με πρώτη υποθήκη και της πρώτης πιστώτριας με δεύτερη υποθήκη επί του υπ' αριθμ …40 αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιοχής …. του δήμου ..., εμβαδού 2.953 τ.μ, στο οποίο έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή που αποτελείται από υπόγειο - αποθήκη, εμβαδού 128,73 τ.μ., ισόγειο - κατάστημα, εμβαδού 128,73 τ.μ. και πρώτο όροφο, εμβαδού 128,73 τ.μ., ο δε πρώτος όροφος της οικοδομής και το υπόγειο αυτής αποτελούν την κύρια κατοικία της αιτούσας με τους βοηθητικούς χώρους. Για τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις στεγαστικών δανείων δεν προσκομίσθηκαν επικαιροποιημένες καταστάσεις για το υπόλοιπο της οφειλής της αιτούσας κατά τον χρόνο της απόφασης, μέχρι τον οποίο συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με το άρθρ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010. Η δεύτερη αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της στις ανωτέρω πιστώτριές της. Η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση την σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητας του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της, υπάρχει μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Στην περίπτωση της αιτούσας υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει ν' ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη της. Στα περιουσιακά στοιχεία της δεύτερης αιτούσας περιλαμβάνεται: α) πλήρης κυριότητα του υπ' αριθμ …40 αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιοχής … του δήμου ..., εμβαδού 2.953 τ.μ, στο οποίο έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή που αποτελείται: 1) από τον πρώτο όροφο, εμβαδού 128,73 τ.μ. και το υπόγειο - αποθήκη, εμβαδού 128,73 τ.μ., ο δε πρώτος όροφος της οικοδομής και το υπόγειο αυτής με τους βοηθητικούς χώρους αποτελούν την κύρια κατοικία της αιτούσας (βλ. την υπ' αριθμ 1….74/2007 άδεια διώροφης οικοδομής με υπόγειο της Πολεοδομίας ….) αντικειμενικής αξίας 52.551,07 ευρώ (βλ. φύλλο υπολογισμού, αντικειμενικής αξίας της συμβολαιογράφου Π. Ν.) και για την οποία υποβάλλει αίτημα υπαγωγής της στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσΉ της από την εκποίηση, 2) από ισόγειο - κατάστημα, εμβαδού 128,73 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 29.844,76 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα δήλωσης ΕΝΦΙΑ έτους 2016). Η ανωτέρω διώροφη οικοδομή δεν υπήχθη στον ν. 3741/1929, 1002, 1117 ΑΚ, διότι δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί της οικοδομής επί της οποίας βρίσκεται η κύρια κατοικία της αιτούσας και η οποία μπορεί να συσταθεί με μονομερή δικαιοπραξία της αιτούσας, αφού αυτή είναι κυρία όλου του ακινήτου ώστε το υπόγειο και ο πρώτος όροφος της οικοδομής, που αποτελούν την κύρια κατοικία της να αποτελούν δύο διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, β) κυριότητα του υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...60 ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου HONDA CiviC, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2001, αξίας 2.000 ευρώ. Από τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας και ειδικότερα το στοιχείο β κρίνεται ότι δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της, λαμβανομένων υπόψη της μικρής του εμπορικής αξίας καθώς και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, γι' αυτό και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρ. 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα των άρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και παρ 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματά της επί τριετία (36 μήνες), που θα αρχίζουν από τον Μάρτιο του 2017 και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου έκαστου μηνός. Το προς διάθεση προς τους πιστωτές της αιτούσας ποσό λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών της και της μη διαφαινόμενης στο μέλλον βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 200,00 ευρώ μηνιαίως (1.006,00 ευρώ μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα - 806,00 ευρώ έξοδα διαβίωσης) επί 36 μήνες (άρθρ. 8 παρ. 2 Ν. 3869/ 2010), το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών της. Ειδικότερα το συνολικό ποσό των οφειλών της δεύτερης αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 159.247,92 ευρώ, το οποίο αναλύεται 1) προς την "... Α.Ε" το ποσό των 72.589,29 ευρώ, 2) προς την "... Α.Ε. - υπό ειδική εκκαθάριση" το ποσό των 86.658,65 ευρώ. Σε κάθε μία από αυτές αναλογεί από το ποσό των 200,00 ευρώ, στην μεν πρώτη το ποσό των 91,16 ευρώ (200 : 159.247,92 χ 72.589,29) και στην δεύτερη το ποσό των 108,83 ευρώ (200 : 159.247,92 χ 86.658,65). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά: 1) η "... Α.Ε" το ποσό των 3.281,76 ευρώ (91,16 χ 36) ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο από την απαίτησή της το ποσό των 69.307,53 ευρώ (72.589,29 ευρώ - 3.281,76 ευρώ) και 2) η "... Α.Ε. - υπό ειδική εκκαθάριση" το ποσό των 3.917,88 ευρώ (108,83 χ 36) ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο από την απαίτησή της το ποσό των 82.740,77 ευρώ (86.658,65 - 3.917,88). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αιτούσα από τον Ιούνιο του 2016 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2017 προέβη σε 9 καταβολές ποσού 200,00 ευρώ έκαστη σύμφωνα με την από 18-5-2016 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Αλμωπίας. Οι γενόμενες καταβολές από την αιτούσα θα πρέπει να συνυπολογισθούν στο ποσό και ο χρόνος αυτών σ' αυτόν της οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 για καταβολές επί τριετία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 9 παρ. 5 ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 4161/2013 και 4336/2015. Έτσι μετά τον συνυπολογισμό του χρόνου των 9 μηνών των προσωρινών καταβολών, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 2 χρόνια και 3 μήνες (27 μήνες), ως προς το ποσό δε των προσωρινών καταβολών αυτό δεν υπολείπεται αυτού της οριστικής ρύθμισης και δεν υφίσταται διαφορά. Η ρύθμιση αυτή θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10, με την εκποίηση του περιουσιακού της στοιχείου με στοιχείο α-2 δηλαδή του ισογείου - καταστήματος, εμβαδού 128,73 τ.μ., μιας διώροφης οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο υπ' αριθμ ….40 αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιοχής … του δήμου ..., εμβαδού 2.953 τ.μ., καθόσον κρίνεται ότι ενόψει και της πιο πάνω αξίας της ότι μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα, για την εν μέρει ικανοποίηση των πιστωτών της. Για το σκοπό αυτό δε, πρέπει να διοριστεί εκκαθαριστής από τον κατάλογο των δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Έδεσσας και συγκεκριμένα η Αικατερίνη Τουφεγγοπούλου, δικηγόρος Έδεσσας, η οποία, αφού ειδοποιηθεί από την Γραμματεία του Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό ευρετήριο του άρθρου 13 του ν. 3869/2010, θα προβεί στην ελεύθερη εκποίηση κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο του ανωτέρω ακινήτου, όπως π.χ. αγγελία στο διαδίκτυο, προσφορές στις πιστώτριες ή σε κάθε περίπτωση οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο κρίνει κατά την κρίση του ο εκκαθαριστής με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 29.844,76 ευρώ, το οποίο, είτε θα καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, είτε τούτο θα αποτελέσει προϊόν δανείου από πιστωτικό ίδρυμα με διασφαλισμένους όρους, είτε τέλος με την πίστωση του τιμήματος υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας μέχρι την εξόφληση αυτού (τιμήματος). Η εκποίηση θα ολοκληρωθεί εντός ενός (1) έτους από την δημοσίευση της παρούσας. Ο ισχυρισμός δε της αιτούσας ότι δεν είναι δυνατή η εκποίηση του εν λόγω ακινήτου, διότι σε αυτό δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία με αποτέλεσμα να αποτελεί ενιαίο κτίσμα με τον πρώτο όροφο του κτιρίου είναι απορριπτέος, καθόσον στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί να προβεί τόσο η ίδια η αιτούσα όσο και η διορισθείσα εκκαθαρίστρια. Εξάλλου, δεν απαιτείται το συγκεκριμένο καθήκον στο οποίο πρέπει να προβεί η διορισθείσα εκκαθαρίστρια (δηλαδή στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας) να απαριθμείται περιοριστικά στην πρωτόδικη απόφαση, καθόσον μπορεί να εξειδικεύονται κάποια από αυτά (καθήκοντα) στην απόφαση, αλλά η μη καταγραφή επακριβώς των καθηκόντων του εκκαθαριστή δεν προκαλεί κάποιο ρυθμιστικό κενό. Άλλωστε το άρθρ. 9 που αναφέρεται στην αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί συνδίκου καλύπτει τα όποια κενά στην εξειδίκευση καθηκόντων του εκκαθαριστή. Το ίδιο ισχύει και μέσω του άρθρ. 15 του ν. 3869/2010 το οποίο επίσης επιτρέπει την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠτωχΚ. Συνεπώς η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠτωχΚ ως προς τα καθήκοντα του συνδίκου καλύπτουν τυχόν ερμηνευτικά κενά ή άλλα κενά που αφήνει η απόφαση διορισμού του εκκαθαριστή, αν δεν αναφέρει ρητώς τα καθήκοντά του (βλ. I. Β.-Θ. Κ., Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2016, σελ. 580). Άλλωστε η ανωτέρω πράξη της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας εμπεριέχεται στη γενικότερη διαχείριση του ακινήτου με σκοπό την ρευστοποίησή του εκ μέρους της διορισθείσας εκκαθαρίστριας. Επίσης ο εν λόγω εκκαθαριστής κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του Πτωχ. Κώδικα πρέπει να. επιμεληθεί την εγγραφή της παραπάνω απόφασης στο Υποθ/κείο …. Στη συνέχεια κατ' αναλογική εφαρμογή των αναφερομένων παρακάτω διατάξεων του Πτωχ. Κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 3869/2010 και σε περίπτωση ανεύρεσης αγοραστή, ο οποίος θα προσφέρει το παραπάνω τίμημα και θα δύναται να τηρήσει τους προαναφερόμενους όρους ως προς την καταβολή του θα καταρτίσει το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης. Στη συνέχεια, αφού επιδώσει στο Δημόσιο είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν την κατάρτιση του παρακάτω αναφερόμενου πίνακα διανομής και προβεί στη δημοσίευση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες επίσης από την εκποίηση του εν λόγω ακινήτου και αφ' ετέρου ότι μετά την παρέλευση των παραπάνω προθεσμιών, θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής (άρθρο 161 Πτωχ. Κώδικα), ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο παρόν Ειρηνοδικείο και ότι εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την εν λόγω τοιχοκόλληση θα έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν ανακοπή κατ' αυτού. Σημειωτέον ότι ενόψει της αξίας του εκποιούμενου ακινήτου και του ύψους της απαιτήσεως της δεύτερης πιστώτριας τράπεζας η οποία είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με πρώτη υποθήκη στο ανωτέρω ακίνητο, θα ικανοποιηθεί προνομιακά από το εισπραχθέν τίμημα για το υπόλοιπο αυτής πέραν από τις πιο πάνω καταβολές επί τριετία. Στη συνέχεια θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154, 155 επ. του Πτωχ. Κώδικα σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα πέντε (15) ημερών από την τοιχοκόλληση στο Ειρηνοδικείο του πίνακα διανομής θα προβεί στη διανομή του ποσού της εκποίησης εφόσον όμως δεν ασκηθούν ανακοπές κατ' αυτόν κατά την σειρά που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 3 ν. 3869/2010, 975, 976 και 1007 ΚΠολΔ. Προκειμένου δε να αντιμετωπισθούν τα πρώτα έξοδα της εκποίησης κρίνεται απαραίτητο από το Δικαστήριο, κατά αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του Πτωχευτικού Κώδικα η οποία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 3869/2010 να υποχρεωθεί η αιτούσα εντός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 300 ευρώ και να προσκομίσει στη συνέχεια στη γραμματεία του Δικαστηρίου το σχετικό γραμμάτιο, το οποίο θα παραλάβει ο εκκαθαριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του. Το ποσό αυτό μετά το επιτυχές πέρας της εκποίησης της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου θα αφαιρεθεί από το επιτευχθέν τίμημα και θα αποδοθεί στην δεύτερη πιστώτρια - καθ' ης, μαζί με το σχετικό πίνακα εξόδων που θα υποβάλλει ο εκκαθαριστής. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις θα συνδυασθούν με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί τριετία της πρώτης ρύθμισης και την εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου της δεύτερης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτήν μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας της από την εκποίηση (βλ. σε Κρητικό Ο.Π. σελ. 148, αριθ. 16). Το υπόλοιπο της απαιτήσεως της δεύτερης πιστώτριας που είναι ασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια στην κατοικία της μετά τις καταβολές επί τριετία ανέρχεται στο ποσό των 82.740,77 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο της απαίτησης της πρώτης πιστώτριας που είναι ασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με υποθήκη μεταγενέστερης όμως χρονολογικής σειράς στην κατοικία της μετά τις καταβολές επί τριετία ανέρχεται στο ποσό των 69.307,53 ευρώ ευρώ. Στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου αυτού θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές, το ποσό των οποίων, σύμφωνα με την διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 4161/2013, συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας που ανέρχεται στο ποσό των 52.551,07 ευρώ δηλαδή το ποσό των 42.040,85 ευρώ (52.551,07 χ 80). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα …. αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, ο χρόνος δε εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια (240 μηνιαίες δόσεις), λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Η μηνιαία δόση που θα καταβάλει η δεύτερη αιτούσα στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής ανέρχεται στο ποσό των 175,17 ευρώ επί 240 μήνες. Από τις καταβολές αυτές για την διάσωση της κύριας κατοικίας, ήτοι των 240 ισόποσων μηνιαίων δόσεων, θα ικανοποιηθεί προνομιακά το υπόλοιπο της απαίτησης της δεύτερης πιστώτριας που θα απομείνει μετά τις καταβολές επί τριετία και την διανομή του προϊόντος της εκποίησης και η οποία (απαίτηση) απορρέει από την υπ' αριθμ 0...8/2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με πρώτη υποθήκη στο ακίνητο της κατοικίας της αιτούσας και μέχρι του ποσού των 42.040,85 ευρώ, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωση της αιτούσας. Το υπόλοιπο της απαιτήσεως αυτής, καθώς και το υπόλοιπο της απαίτησης της πρώτης πιστώτριας που απορρέει από την υπ' αριθμ ...933 σύμβαση στεγαστικού δανείου που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με δεύτερη υποθήκη στο ακίνητο της κατοικίας της αιτούσας μεταγενέστερης όμως χρονολογικής σειράς δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί από το νόμο άλλη υποχρέωση στη δεύτερη αιτούσα. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε και αυτό ότι αποδείχθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο προτεινόμενος σχετικός λόγος της έφεσης από τη δεύτερη αιτούσα - εκκαλούσα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του ως αβάσιμος". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 9 παρ. 1 και 2 Ν. 3869/2010, 2 ΒΔ της 2/14-5-1835 "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων" σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Ν. 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ΝΔ 1024/1971 και άρθρα 953, 1002 και 1117 του ΑΚ, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως. Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα δέχθηκε, ότι αυτός διατηρεί επιχείρηση κρεοπωλείου, που στεγάζεται στον ισόγειο χώρο του ακινήτου της 2ης αναιρεσείουσας, συζύγου του, το οποίο βρίσκεται στην …. του Δήμου ... και έχει συστηματική οργανωμένη δομή, δηλαδή μόνιμη εγκατάσταση σε ορισμένο τόπο, διαθέτει εξοπλισμό για τη λειτουργία της επιχείρησης και προθήκες για την προσέλκυση πελατών, έχει λογιστική παρακολούθηση, εμφάνισε ακαθάριστα έσοδα για τα οικονομικά έτη 2013-2014 το ποσό των 44.949,74 και 37.461,58 ευρώ, αντίστοιχα και για τα φορολογικά έτη 2014 - 2015 το ποσό των 55.089 και 52.381,30 ευρώ, αντίστοιχα και ότι για τις ανάγκες της επιχείρησης αυτής διενεργούσε προμήθεια κτηνοτροφικών προϊόντων - κρεάτων (δηλαδή, αγόραζε και μεταπωλούσε κρέας), που συνιστούν εμπορικές πράξεις, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του ΒΔ/1835 περί εμποροδικείων, με σκοπό το εμπορικό του κέρδος, οι οποίες προσδίδουν σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα. Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι τεκμαίρεται ότι ο 1ος αναιρεσείων εγγυήθηκε τα δάνεια, που η 2η αναιρεσείουσα σύζυγός του ανέλαβε από τις αναιρεσίβλητες τράπεζες συνολικού ποσού 159.247,92 ευρώ, για τις ανάγκες της επιχείρησης του κρεοπωλείου, που στεγάζεται στον ισόγειο χώρο του ακινήτου της με την ανάληψη αρκετά μεγάλου ύψους επιχειρηματικού κινδύνου, που ενέχει κερδοσκοπικό συμφέρον και ότι ο αναιρεσείων (που έχει το σχετικό βάρος ανταπόδειξης) δεν ανέτρεψε το ανωτέρω τεκμήριο εμπορικότητας του άρθρου 8 παρ. 2 του ΒΔ/1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων". Οι περαιτέρω αιτιάσεις του 1ου αναιρεσείοντα ότι τα ανωτέρω δάνεια είναι στεγαστικά και ότι αυτός εγγυήθηκε αυτά με σκοπό την ανέγερση της 1ης κύριας κατοικίας της 2ης αναιρεσείουσας συζύγου του, στην οποία κατά κυριότητα ανήκει και ο ισόγειος χώρος, στον οποίο στεγάζεται το κατάστημά του (κρεοπωλείο) και ότι τούτο προκύπτει από το γεγονός, ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε το Δεκέμβριο του έτους 2007, όταν αυτός εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, ενώ η άδεια λειτουργίας του κρεοπωλείου εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα, τον Φεβρουάριο του έτους 2012, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Σε κάθε περίπωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι δεν ασκούν νομική επιρροή στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 258/2015). Και τούτο διότι, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν είναι μικροέμπορος, αλλά ότι, όταν υποβλήθηκε η ένδικη αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διέθετε την εμπορική ιδιότητα και ότι συνεπώς έχει πτωχευτική ικανότητα, που δεν του επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του ανωτέρω νόμου, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η πράξη της εγγύησης αφορούσε αστικό χρέος αυτού, που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν, όταν ακόμη δεν είχε την εμπορική ιδιότητα και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, εφόσον στον νόμο αυτό δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά - αστικά χρέη του εμπόρου, που αυτός δημιούργησε κατά το παρελθόν, πριν ακόμη αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που αφορά τον 1ο αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με την 2η αναιρεσείουσα, κυρία του διώροφου ακινήτου, που αποτελείται από την κύρια κατοικία αυτής (υπόγειο και 1ο όροφο) και από το ισόγειο κατάστημα, δέχθηκε ότι αυτή είναι φυσικό πρόσωπο, που χωρίς υπαιτιότητά της περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών της προς τις πιστώτριες αναιρεσίβλητες τράπεζες και ρύθμισε συνδυαστικά (σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 1 και 2 και 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010) τα ληξιπρόθεσμα χρέη της συνολικού ύψους 159.247,92 ευρώ, που προέρχονται από τις πιστώσεις, που έλαβε από τις αναιρεσίβλητες τράπεζες, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει για χρονικό διάστημα 36 μηνών το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες και συγχρόνως εξαίρεσε από την ρευστοποίηση της περιουσίας της την κύρια κατοικία αυτής και ένα αυτοκίνητο κρίνοντας, ότι τούτο δεν έχει αγοραστική αξία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο για τη διάσωση της 1ης κύριας κατοικίας (που αποτελείται από το υπόγειο και τον 1ο όροφο της οικοδομής), επιφάνειας 128,73 Μ2, αξίας 52.551,07 ευρώ, την υποχρέωσε μετά περίοδο χάριτος τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της απόφασής του να καταβάλει για χρονικό διάστημα 20 ετών ή 240 μήνες το ποσό των 157,17 ευρώ μηνιαία στη 2η αναιρεσίβλητη τράπεζα, που είχε εξασφαλιστεί με πρώτη υποθήκη, ενώ απάλλαξε την 2η αναιρεσείουσα από το υπόλοιπο χρέος της προς την 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα, που είχε εξασφαλιστεί με 2η υποθήκη. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι στη διώροφη οικοδομή της 2ης αναιρεσείουσας δεν είχε συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, ώστε η κύρια κατοικία αυτής (υπόγειο και 1ος όροφος) και το κατάστημα του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 128,73 Μ2 και αντικειμενικής αξίας 29.844,76 ευρώ, να αποτελέσουν δύο διακεκριμμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες και ότι, προκειμένου να ικανοποιηθούν εν μέρει οι πιστώτριες τράπεζες, πρέπει να εκποιηθεί το κατάστημα του ισογείου ορόφου, το οποίο δεν διασώθηκε, δηλαδή δεν εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση και ότι προς τούτο πρέπει να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία με μονομερή δικαιοπραξία της ίδιας της 2ης αναιρεσείουσας, ως κυρίας του όλου ακινήτου, την οποία επίσης, μπορεί να ενεργήσει και η εκκαθαρίστρια, που διόρισε το Δικαστήριο από τον κατάλογο των δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Έδεσσας, για να διενεργήσει την εκποίηση του καταστήματος του ισογείου ορόφου. Με τις ανωτέρω παραδοχές του επομένως, το Εφετείο δέχεται ρητά ότι πρέπει να προηγηθεί της εκποίησης του καταστήματος η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, είτε από τη 2η αναιρεσείουσα - κυρία αυτού, είτε από την εκκαθαρίστρια δικηγόρο και επίσης, ρητά αναφέρει (βλ. σελ. 7α της προσβαλλόμενης απόφασης), ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας εμπεριέχεται στη γενικότερη διαχείριση του ακινήτου, με σκοπό τη ρευστοποίηση αυτού εκ μέρους της εκκαθαρίστριας. Εκτός τούτου, το Εφετείο για την υλοποίηση της εκποίησης του καταστήματος περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο της εκποίησης αυτού, που είναι έργο της εκκαθαρίστριας, καθόσον η σύσταση αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας επί ακινήτου, συνιστά πράξη διαχείρισης, υπό ευρεία έννοια και κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 ανήκει στο έργο του εκκαθαριστή, από τον οποίο πρέπει να επιχειρηθεί για την υλοποίηση της εκποίησης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο καθόρισε για την υλοποίηση της εκποίησης του καταστήματος, το οποίο δεν εξαίρεσε από την ρευστοποίηση, το ειδικό καθήκον στην διορισθείσα εκκαθαρίστρια δικηγόρο για την σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας (πριν από την εκποίηση), εφόσον βέβαια αυτή δεν θα διενεργηθεί από την ιδιοκτήτρια του καταστήματος - 2η αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου (αναφορικά με τη ρευστοποίηση του καταστήματος) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-11-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 298/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Recent Posts

See All

1398/2019 ΑΠ

Απόφαση 1398 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1398/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυ

632/2019 ΑΠ

Απόφαση 632 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 632/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείο

52/2019 ΑΠ

Απόφαση 52 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 52/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου

 

Τ. +30 210 364 5528

Μασσαλίας 14, Αθήνα, 106 80

  • Facebook

©2020 by ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ.